Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Λουκιανός



Ήθελα να γράψω κι εγώ δυο λέξεις για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη αλλά στη σημερινή εποχή των κοινωνικών δικτύων και της απίστευτης ταχύτητας στην ενημέρωση δεν ξέρω αν έχω να προσθέσω κάτι σε όσα έχουν ήδη γραφτεί.

Θα πω μόνο ότι θυμάμαι πολύ καλά τις πρώτες "αντιδράσεις" απέναντι σε έναν καλλιτέχνη που μου έδινε πάντα την εντύπωση ότι πολύ απλά έκανε το κέφι του.

Διαβάστε τι έγραψε χθες ο Διονύσης Σαββόπουλος για το θάνατο του:

Νωχελής, γοητευτικός, ανάλαφρος με μια μικρή δόση μελαγχολίας, όση χρειάζονταν για να βαθύνει μέσα μας.Είχε την αγνότητα αλλά και την αριστοκρατικότητα να τραγουδήσει μόνο για πράγματα που τον συγκινούσαν βαθιά:
τα σινεμά του, τις κατασκηνώσεις,
τους φίλους του, τα πάρτυ τους,
τα τεύχη του Μικρού Ήρωα, τη Βουλιαγμένη, την Φωκίωνος Νέγρη.
Τραγούδησε με τόση αγάπη για όλα αυτά που τα ΄κανε αθάνατα γιατί απ΄την αρχή τα είδε έτσι. Σαν καθρεφτίσματα του παραδείσου.
Στην πρώτη πρώτη εκπομπή του ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, τον περίμενα να μαγνητοσκοπήσουμε το φινάλε αλλά τράκαρε και δεν ήρθε.
Του ευχηθήκαμε τότε από τηλεοράσεως "περαστικά Λουκιανέ".
τα σινεμά του, τις κατασκηνώσεις, τους φίλους του, τα πάρτυ τους, τα τεύχη του Μικρού Ήρωα, τη Βουλιαγμένη, την Φωκίωνος Νέγρη.Τραγούδησε με τόση αγάπη για όλα αυτά που τα ΄κανε αθάνατα γιατί απ΄την αρχή τα είδε έτσι. Σαν καθρεφτίσματα του παραδείσου. Στην πρώτη πρώτη εκπομπή του ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, τον περίμενα να μαγνητοσκοπήσουμε το φινάλε αλλά τράκαρε και δεν ήρθε. Του ευχηθήκαμε τότε από τηλεοράσεως "περαστικά Λουκιανέ".Τώρα πια θα μας εύχεται εκείνος "περαστικά" απ΄τις κατασκηνώσεις του ουρανού. 

Και επειδή δεν είμαι καλός στις αναλύσεις διαβάστε μια από αυτές που έγραψε ο Άκης Γαβριηλίδης και με την οποία συμφωνώ απόλυτα.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, που πέθανε σήμερα πρόωρα, ήταν μία ασυνήθιστη και ίσως μοναδική περίπτωση μεταξύ των Ελλήνων καλλιτεχνών του 2ου μισού του 20ού αιώνα. Ήταν ένας συνθέτης που είχε γίνει αποδεκτός στον κανόνα, ίσως όχι των «μεγάλων μας συνθετών» (αυτοί άλλωστε έχει κατοχυρωθεί πλέον ότι είναι μόνο δύο τον αριθμό, άντε και μερικοί «επίγονοι» που όμως δεν φτάνουν το μεγαλείο των πρώτων), αλλά πάντως των συνθετών που είναι αγαπητοί και αναγνωρίσιμοι σχεδόν από όλους. Σε βαθμό που να αποκαλείται με το (ομολογουμένως σπάνιο) μικρό του όνομα και να καταλαβαίνουμε όλοι για ποιον μιλάμε.
Σε αντίθεση με όσους άλλους μπορώ να σκεφτώ, όμως, ο Κηλαηδόνης έγινε δεκτός μεταξύ του έστω διευρυμένου αυτού κύκλου χωρίς το έργο –ή ο λόγος- του να έχει την παραμικρή αναφορά στην ελληνικότητα, μέσα στην οποία κολυμπούσαν από την αρχή ως το τέλος οι «μεγάλοι μας». Αν εξαιρέσουμε μάλιστα κάποια τραγούδια στην αρχή της καριέρας του σε στίχους του Γκάτσου, η δουλειά του Κηλαηδόνη δεν βασίζεται καθόλου στο μπουζούκι, το οποίο δεν χρησιμοποιεί ούτε ενορχηστρωτικά αλλά ούτε και συνθετικά, ούτε στη μελοποίηση μεγάλων μας ποιητών, ή έστω μικρών· δεν αναπολεί κάποια βουκολική ουτοπία του περιούσιου λαού και του τόπου ούτε καταγγέλλει τους ξένους που τον αδίκησαν. Αν μπορούμε να βρούμε κάποιο στοιχείο καταγγελίας, αυτό αφορά το μέσα και όχι το έξω: στα τραγούδια του, Έλληνες ειρωνεύονται Έλληνες για το μικροαστισμό, τη γραφειοκρατία, την εκμετάλλευση, την υποκρισία, το σεξισμό και το συντηρητισμό τους.
Κι ωστόσο, είναι ένα έργο στο οποίο από αρκετά νωρίς παίζει έντονο ρόλο η νοσταλγία. Μόνο που η νοσταλγία αυτή είναι ήδη νοσταλγία της πόλης. Δεν αναπολεί καταστάσεις προ-νεωτερικές, αλλά νεωτερικές. Δεν περιγράφει νησιά, δέντρα και χώματα, αρχαία ερείπια και λευκά σπιτάκια στου γλαυκού το γειτόνεμα, ούτε καν συνοικίες όνειρα· οι στίχοι των τραγουδιών του μιλάνε για αίθουσες διαλέξεων, κινηματογράφους, ντισκοτέκ, πανεπιστημιακές σχολές, ποδοσφαιρικά γήπεδα, μοτοσικλέτες, αυτοκίνητα και σχολικά λεωφορεία, ασφαλτοστρωμένους δρόμους, γκαρσονιέρες, κουζίνες, σαλοτραπεζαρίες, χασάπικα και μανάβικα. Πρόκειται για το σάουντρακ μιας γενιάς η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και τις συνοικίες της, δεν έχει αναμνήσεις από καμία επαρχία (ο πρωταγωνιστής του ομώνυμου τραγουδιού από τα Μικροαστικά, σε στίχους του Νεγρεπόντη, επαναλαμβάνει πληθωρικά ότι είναι Κολλήγα γιος μόνο και μόνο για να μας διαβεβαιώσει καταληκτικά ότι είναι πια ένας αστός). Αφού κατασταλάξει στο ώριμό του ύφος, η Κηλαηδόνης δεν αναφέρεται πλέον καθόλου στο δημοτικό τραγούδι, τους κλέφτες ή τους καπετάνιους του 40, τα πανηγύρια και τα κλαρίνα (εκτός κι αν πρόκειται για τζαζ κλαρινέτα). Ή, πάλι, εκτός κι αν πρόκειται για παρωδία, pastiche και διακωμώδηση· όπως το τραγούδι για τον Γιώργο που έφυγε δεκατεσσάρων από το χωριό του και έγινε κλητήρας στο υπουργείο, στο κλείσιμο του οποίου ακούμε ένα σόλο σε 7/8 σαν καλαματιανό, ενώ από το βάθος της ηχογράφησης μία φωνή αναφωνεί: «Γεια σου Λουκιανέ με το κλαρίνο σου!». Η φράση όμως είναι ειρωνική: το σόλο δεν είναι με κλαρίνο, αλλά με ηλεκτρική κιθάρα, και δεν παίζει ο Λουκιανός αλλά ο Γιάννης Κιουρκτσόγλου, μπασίστας τότε των Πελόμα Μποκιού. Τον «βιότοπο» και το αισθητικό σύμπαν του Κηλαηδόνη λοιπόν συγκροτούν έκτοτε το Χόλλυγουντ, τα κόμικ, το ουέστερν, το σουίγκ, το ροκ εν ρολ, ο προσκοπισμός, η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η σεξουαλική απελευθέρωση, ο μαρξισμός, ο φεμινισμός, η κουλτούρα της νεανικής αμφισβήτησης και η περιφρόνηση προς την ηθική της εργασίας.
Με αυτή την έννοια, νομίζω ότι ο Κηλαηδόνης είναι ένα αρκετά σπάνιο παράδειγμα –μαζί μέχρι κάποια στιγμή με τον Σαββόπουλο, αλλά αυτός σχετικά νωρίς κουράστηκε και γύρισε στο σπίτι- τραγουδοποιού που έδρασε έξω από τον αισθητικό-ιδεολογικό ζουλομανδύα της γενιάς του 30, και έγινε αποδεκτός γι’ αυτό.
Στην αρχή βέβαια αντιμετωπίστηκε με απόρριψη ή περιφρόνηση από τους θεματοφύλακες της σοβαροφάνειας και της ιθαγένειας, όσους θεωρούσαν ως ύψιστη απειλή τον «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό» και τον «αμερικανικό τρόπο ζωής», τόσο δεξιούς όσο και αριστερούς. Τον απαξίωσαν τόσο ο Γεώργιος Ράλλης, όσο και ο Γρηγόρης Φαράκος.
Το γεγονός όμως ότι όλοι αυτοί ξεχάστηκαν και ο Κηλαηδόνης επέβαλε την παρουσία του, μας δείχνει ότι ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πλέον και αυτός μέρος της παράδοσής μας. 

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Η Νέα Υόρκη ... με τη ματιά του Θοδωρή Γεωργακόπουλου

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μέρος μιας ανάρτησης του Θοδωρή Γεωργακόπουλου που ανέβηκε στο site του αρκετό καιρό πριν. Το είχα διαβάσει τότε και μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και σήμερα το ξαναθυμήθηκα και θέλησα να το βάλω και εδώ. Το "ντύνω" με φωτογραφίες που τράβηξα εγώ στο ταξίδι μου στην υπέροχη αυτή πόλη τον Ιούλιο του 2010. Τη δική μου ταξιδιωτική ιστορία μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Διατυπώνω την εξής θεωρία: Ο λόγος που οι περισσότεροι Έλληνες της δικιάς μου ιδιοσυγκρασίας συμπαθούν τη Νέα Υόρκη είναι, νομίζω, τα σκουπίδια. Όχι συνειδητά. Άκου: Η Νέα Υόρκη είναι βρώμικη πόλη. Καθώς περνά η μέρα τα μαγαζιά βγάζουν τα σκουπίδια τους στο πεζοδρόμιο, όλο και περισσότερες σακούλες, κι έτσι αργά το απόγευμα οι βόλτες γίνονται σλάλομ ανάμεσα σε βουνά από σκουπίδια, μέχρι που 'ρχονται τα σκουπιδιάρικα και, αργά τη νύχτα, το μέρος καθαρίζει λίγο.


Ξέρεις γιατί αυτό το αποκρουστικό θέαμα είναι για εμάς γοητευτικό; Επειδή είναι γνώριμο. Η πόλη ετούτη δεν είναι μια κουκλίστικη ουτοπία σαν τις πόλεις της βόρειας Ευρώπης, είναι αληθινή και γήινη, σαν τις πόλεις τις δικές μας. Έτσι μπορούμε να τη νιώσουμε λίγο πιο οικεία, λίγο πιο κοντά στις παραστάσεις της δικιάς μας πραγματικότητας. Βλέπεις τις Στοκχόλμες και τις Κοπεγχάγες και καταλαβαίνεις ότι είναι άλλης πάστας οι άνθρωποι που τις έφτιαξαν για να ζουν μέσα τους, δεν είναι σαν εμάς. Τη Νέα Υόρκη μοιάζει να την έφτιαξαν άνθρωποι που μας μοιάζουν περισσότερο.
(Διάβασε αυτό εδώ το άρθρο που τους περιγράφει πάρα πολύ καλά).
Οπότε εμείς νιώθουμε αυτόματα καίτοι υποσυνείδητα κάπως οικεία εκεί πέρα.

Είναι, βεβαίως, πιο τρελοί από εμάς.
Υπάρχουν πάρα πολλοί τρελοί.
Τους βλέπεις περπατώντας στους δρόμους, είναι παντού, άνθρωποι που μιλάνε μόνοι τους, άνθρωποι που φωνάζουν στις βιτρίνες, άνθρωποι που κλαίνε περπατώντας στο πεζοδρόμιο. Έχω πάει τέσσερις φορές στη Νέα Υόρκη. Και τις τέσσερις φορές έχω δει ανθρώπους να κλαίνε περπατώντας στο πεζοδρόμιο ή στο μετρό.


Το πρώτο βράδυ ετούτης της επίσκεψης βγήκα για μια βόλτα και, όταν σταμάτησα για να βγάλω μια φωτογραφία, ένας διερχόμενος κύριος σταμάτησε και με προέτρεψε να βάλω το κινητό μου στον κώλο μου. Δεν με γνώριζε, προφανώς, ούτε έβγαζα αυτόν φωτογραφία. Οι ζωές μας δεν τέμνονταν με κανέναν απολύτως τρόπο, μα κάτι μέσα στο μυαλό του τον ώθησε να μου απευθύνει αυτή την προτροπή, και στη συνέχεια, καθώς τον κοιτούσα με το φανταστικό χαμόγελο του τουρίστα στο ζωολογικό κήπο (σε έναν ζωολογικό κήπο χωρίς κάγκελα, πάντως), με προέτρεψε ακολούθως να βάλω το κινητό μου τηλέφωνο και στο στόμα μου. Τέτοιοι κυκλοφορούν σ' αυτή την πόλη πολλοί.


Η προθυμία των ανθρώπων γύρω σου να σου εκδηλώνουν τις σκέψεις τους για εσένα, ακόμα κι όταν είναι καταφανώς παράφρονες και σε προτρέπουν να τοποθετήσεις μηχανήματα στις σωματικές σου οπές, είναι κάτι κάπως ξένο και πρωτόγνωρο και αρκετά διαφορετικό με την εμπειρία μου ως πολίτης ανάμεσα σε πολίτες που, εδώ, στην πόλη μου, συνήθως δεν νοιάζονται καθόλου για το ποιος είμαι και πού τοποθετώ το κινητό μου τηλέφωνο. Είναι, επίσης, χρήσιμη για κάποιον σαν εμένα, που κατά την καταβύθισή του σε ένα περιβάλλον νέο περνά από διάφορα σαφώς διακριτά στάδια προσαρμογής.


Όταν ταξιδεύω σε ξένες πόλεις, τις πρώτες ώρες ή τις πρώτες ημέρες νιώθω ξένος, τουρίστας, επισκέπτης. Ψάρι έξω απ' το νερό. Κι αν και υποτίθεται ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτό είναι ένα πολύ γόνιμο στάδιο κατά το οποίο το μυαλό μου πλημμυρίζει με νέες, ξένες εικόνες, δεν είναι και το πιο ευχάριστο. Γιατί δεν μου αρέσει να νιώθω σαν τουρίστας. Για κάποιο λόγο το συναίσθημα μου θυμίζει ότι είμαι ξένος, και το να είσαι ξένος σημαίνει ότι αυτά που είναι γύρω σου δεν τα καταλαβαίνεις πλήρως και δεν τα κατέχεις, και αυτό με αναστατώνει. Είναι χρήσιμο και διδακτικό, αλλά με ενοχλεί. Δεν μου αρέσει να μου θυμίζουν ότι υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρω. Νιώθω αναγκασμένος να σπεύσω να τα μάθω. Και σπεύδω. Τότε, έχω διαπιστώσει, είναι που ξεκινάει η απόλαυση.


Την πρώτη φορά που ταξίδεψα στη Νέα Υόρκη, καθώς περπατούσα μόνος, νύχτα, με τη φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη με λουρί στον ώμο, με πλησίασε μια κυρία και άρχισε να μου μιλάει. Μου μιλούσε περπατώντας δίπλα μου, και κάτι στο βλέμμα της με έκανε να συνεχίσω να περπατάω. Ήταν ηλικιωμένη, πάνω από τα εξήντα, με μαλλιά βαμμένα ξανθά, κομμωτηρίου. Είχε γαλάζια μάτια, πολύ λευκό δέρμα και πολύ έντονο, κόκκινο κραγιόν. Ήταν ντυμένη σα να επέστρεφε μόλις από την όπερα. Με ρώτησε από πού είμαι. Τη ρώτησα πώς κατάλαβε ότι είμαι ξένος. Μου είπε ότι φαίνομαι ξένος. Μετά μου ζήτησε να πάμε να πιούμε ένα ποτό και μου είπε ότι ένιωθε μοναξιά, όλα αυτά ενώ περπατούσαμε στην 6η Λεωφόρο. Σκέφτηκα πως είτε είναι πόρνη, είτε θέλει να με οδηγήσει στο καταγώγι όπου περιμένει ο πολύ νεότερος εραστής της για να μου κλέψουν την κάμερα και τα νεφρά. Δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι είναι μια ηλικιωμένη κυρία που νιώθει μοναξιά. Η αλλόκοτη εμπειρία και η ανασφάλεια που μου προκαλούσε με έκαναν να νιώθω πιο ξένος κι από όσο φαινόμουν. Πήρα τότε την απόφαση, αφότου άφησα την κυρία ψελίζοντας μια δικαιολογία για τη σύζυγο που με περίμενε στο ξενοδοχείο και ανοίγοντας το βήμα, να σταματήσω να είμαι ξένος. Έκτοτε στα ταξίδια προσπαθώ να ξεπερνάω το πρώτο στάδιο του τουρισμού όσο πιο γρήγορα γίνεται. Μαθαίνω πώς λειτουργούν οι συγκοινωνίες, αποφεύγω τις τουριστοπαγίδες, προσπαθώ να κινηθώ στην πόλη όπως κινούνται και οι ντόπιοι, και αυτό με βοηθάει αφ' ενός να καταλάβω περισσότερα πράγματα για τον αληθινό χαρακτήρα του μέρους που επισκέπτομαι, και αφ' ετέρου να νιώσω λιγότερο ξένος. Πιο άνετα.

Πριν από τα smartphones και το Google Maps κινούμουν στις ξένες πόλεις με χάρτινους χάρτες, κι επειδή ντρεπόμουν να τους βγάζω συχνά από την τσέπη -για να μη μοιάζω ξένος τουρίστας-, φρόντιζα να τους απομνημονεύω, να κρατάω στο μυαλό μου γενικές κατευθύνσεις και χαρακτηριστικά σημεία-οδηγούς για να βρίσκω το δρόμο μου μόνος μου. Όπως κάνω και στη δική μου πόλη, δεν ρωτούσα ποτέ κανέναν να μου πει πώς να πάω από το Α στο Β. Χάραζα μια πορεία στο μυαλό μου και πήγαινα -και το ενδεχόμενο να χαθώ ή να πάω από λάθος/μακρύτερο δρόμο το άφηνα και λίγο στην τύχη. Πολλά ωραία πράγματα έχω δει στα ταξίδια μου επειδή περπατούσα σε λάθος δρόμους, αρνούμενος να συμβουλευτώ χάρτες ή ντόπιους.


Η αίσθηση του προσανατολισμού σε ένα ξένο μέρος, ειδικά μετά από τις πρώτες, αναγνωριστικές ημέρες, είναι ένα από τα πράγματα που σε κάνουν να πιστεύουν ότι σιγά σιγά το μαθαίνεις. Μου αρέσει να περπατάω σε ξένες πόλεις χωρίς σκοπό, κοιτάζοντας τα κτίρια για να ικανοποιήσω το εσωτερικό σπιτόσκυλο, αλλά και για να απορροφήσω ασυνείδητα την αίσθηση του χώρου και των αποστάσεων, να καταλάβω την πολεοδομική διάρθρωση, να γεμίσω τη μνήμη με προσόψεις-σημάδια που θα μου θυμίζουν μέρη ώστε, την επόμενη φορά που θα τα βρω, μπορεί και να μου μοιάσουν οικεία. Είναι μια δίψα, αυτή, να γεμίζω το μυαλό με προσόψεις κτιρίων, κάτι σαν προσωπικό Google Street View. Νιώθω ότι έτσι καταγράφω την πόλη στο κεφάλι μου και κάνω τη χωροταξία της δικιά μου. Σε κάποιες πόλεις η διαδικασία αυτή προσφέρει τρομερή αισθητική απόλαυση (στο Παρίσι, οπωσδήποτε, σε κάποιες περιοχές της Βαρκελώνης, στη Ρώμη), σε άλλες είναι πιο χρηστική.
Κι έχει αποτέλεσμα. Από ένα σημείο και μετά, μαθαίνεις. Προσανατολίζεσαι κάπως, και σιγά σιγά νιώθεις το μέρος κάπως γνώριμο.
Φέτος, για πρώτη φορά, άνθρωποι με σταμάτησαν στη Νέα Υόρκη και με ρώτησαν πώς να πάνε στον προορισμό τους (την είσοδο του High Line). Άλλοι με ρώτησαν πώς λειτουργεί η Metrocard. Νόμισαν ότι είμαι ντόπιος. Τους απάντησα.

Υπάρχουν πολλοί ωραίοι προορισμοί στον κόσμο, αλλά αυτό που κάνει τις μεγάλες πόλεις ιδανικό προορισμό για σκέψη και αναζητήσεις είναι το ότι είναι γεμάτες με ανθρώπους, και όπου μαζεύονται πολλοί άνθρωποι γίνονται πράγματα, πολλά πράγματα. Σε πόλεις σαν τη Νέα Υόρκη συμβαίνουν πράγματα συνέχεια. Τις μέρες που βρέθηκα εκεί, η πόλη γιόρταζε την ημέρα του Αγίου Πατρικίου, που είναι ο άγιος-προστάτης της Ιρλανδίας. Πέτυχα την 5η Λεωφόρο κλειστή για την παρέλαση, και τα βράδια άνθρωποι με πράσινα ρούχα γέμιζαν τα πεζοδρόμια (και το χώρο έξω από τα ασανσέρ στο ξενοδοχείο μου) με ξερατά, δίνοντας μια αυθεντική βορειοευρωπαϊκή εσάνς στην πολυεθνική μετρόπολη.

Σε μια από τις βόλτες μου κατέληξα σε μια πολύ διάσημη εκκλησία, τον καθεδρικό του Αγίου Πατρικίου και, όπως συνήθως συμβαίνει, την πέτυχα την ώρα της λειτουργίας. Ήταν γεμάτη με κόσμο, και επίσης ήταν γεμάτη με σκαλωσιές, καθώς αυτό τον καιρό γίνονται έργα επισκευών. Μετά από τον ποδαρόδρομο της ημέρας, το είδα σαν ευκαιρία να ξαποστάσω λίγο, και μπήκα μέσα, μαζί με εκατοντάδες καθολικούς που έψαχναν απαντήσεις με πολύ διαφορετικό τρόπο.
Στην αρχή της λειτουργίας (μάλλον είχα πετύχει την απογευματινή παράσταση) κύριος με κοστούμι έκανε μιαν εισαγωγή, η οποία περιλάμβανε αναφορά στο νέο Πάπα και έκκληση για καταβολή χρηματικών δωρεών για την στήριξη της Εκκλησίας, ενώ ο άλλος κύριος με τη φούξια ρόμπα και τα γυαλιά περίμενε τη σειρά του. Πολύς κόσμος διάβαζε τις -ενίοτε τραγουδιστές- προσευχές που ακολούθησαν από τα βιβλιαράκια που υπήρχαν στα στασίδια. Κανείς δεν έβγαζε φωτογραφίες με το κινητό, κι αυτό με έκανε να νιώθω άσχημα -γιατί εγώ έβγαζα- αλλά όχι πολύ. Μερικές φορές οι πιστοί σηκώνονταν και μετά ξανακάθονταν. Όπως γίνεται πάντα στις εκκλησίες, δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει, και με ποιον μαγικό τρόπο άνθρωποι αυθυποβάλονται σε μια ιδέα μυστικιστικής κατάνυξης που μεταμορφώνει σε κάτι σοβαρό μια τελετουργία που θυμίζει συνδιασμό κακού θεάτρου και αποκριάς. Τι είδους απαντήσεις είναι αυτές που βρίσκουν; Τι περίεργο, ακατάληπτο placebo;
Και τότε, καθώς ανέβαζα φωτογραφίες στο Instagram, οι άνθρωποι σηκώθηκαν πάλι, και για κάποιο λόγο έπιασαν ο ένας το χέρι του άλλου, άγνωστοι μεταξύ τους και, κοιτώντας προς τον κύριο με τη φούξια ρόμπα, μοιράστηκαν το placebo τους με την αφή, μεταξύ τους και με άπιστους, που δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε αλλά τέλος πάντων έβαλαν για λίγο το κινητό στην τσέπη, και τους έσφιξαν το χέρι.

Θα μπορούσε κάποιος να πει πως μια πυκνοκατοικημένη πόλη δεν είναι το ιδανικό περιβάλλον για ένα μισάνθρωπο. Τα πλατιά πεζοδρόμια τα γεμάτα ανθρώπους, οι ατέλειωτες ουρές, το στοίβαγμα των κορμιών, η περιρρέουσα ανθρωπίλα θα περίμενε κανείς σε Homo sapiens όπως εγώ να προκαλούν αποφορά. Μου το έχουν πει κιόλα κατάφατσα, άνθρωποι που υποτίθεται ότι με ξέρουν καλά: Αφού έχω θέματα σοβαρά και άλυτα με το είδος μου, γιατί μου αρέσει να ταξιδεύω στις πόλεις του; Γιατί δεν παίρνω τα βουνά, να κάνω παρέα με τα δέντρα;
Αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη φύση του μισανθρωπισμού μου, η οποία είναι περίπλοκη και τουλάχιστον διττή.


Στους δρόμους της Νέας Υόρκης βλέπεις την ανθρώπινη φύση στην ποταπή της διάσταση, όπως τη βλέπεις και στους δρόμους της Αθήνας, και αλλού. Βλέπεις τα σκουπίδια, την αγένεια, τις φάτσες τις μουρτζούφλικες, την ποικιλομορφία των συμπεριφορών, τα διαφορετικά χνώτα, τις ασύμβατες αντιλήψεις και προσωπικότητες, τις συγκρούσεις αυτών, και το απόσταγμα όλων αυτών των εκφάνσεων που, πράγματι, είναι συχνά αφόρητο. Μα σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη (και το Παρίσι, και άλλες) βλέπεις και κάτι άλλο: Το αποτέλεσμα των κόπων και της συνισταμένης της διάνοιας όλων αυτών των ανθρώπων. Και μοιάζει παράταιρο. Μοιάζει αδύνατο. Λες: Δεν είναι δυνατό αυτό το είδος να έχει φτιάξει αυτά τα πράγματα. Δεν μπορεί αυτοί οι άνθρωποι να έχουν χτίσει τα τσιμεντένια φαράγγια που στεγάζουν και τροφοδοτούν τα όνειρα εκατομμυρίων. Κοιτάς τις φάτσες τους και κοιτάς και το προϊόν της δουλειάς τους και λες, κάτι άλλο γίνεται. Κάτι άλλο υπάρχει πίσω απ' την αγένεια και τη βρώμα. Πίσω απ' τα αρνητικά, πίσω απ' την ανθρωπίλα, κρύβεται μια συλλογική σοφία που, αργά αλλά σταθερά, χτίζει μια πραγματικότητα στα μέτρα και τα σταθμά του είδους, έναν κόσμο που ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τόσο ειρηνικός, πλούσιος κι ευτυχισμένος από σήμερα, εδώ.


Αυτή η διάψευση είναι το μόνο που κρατά ένα μισάνθρωπο απ' το να γείρει τελείως προς την πλευρά του μίσους και, τελικά, αυτή που γεννά μέσα του μια βαθιά, ειλικρινή, αταλάντευτη και αγνή -καθώς είναι τόσο δοκιμασμένη- αγάπη για την ανθρώπινη διάνοια πίσω απ' τη σαπίλα.


Σε πόλεις όπως η δικιά μου είναι δύσκολο να τη νιώσεις αυτή την αγάπη. Διαρκώς πνίγεται. Σε πόλεις σα τη Νέα Υόρκη, ξεχειλίζει.
Το κείμενο αυτό γράφτηκε από το Θοδωρή Γεωργακόπουλο. Μπορείς να το διαβάσεις ολόκληρο εδώ: http://www.georgakopoulos.org/work/personal/new_york/#ixzz4Xuxuoimu 

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

10 ορχηστρικά κομμάτια από το '60 που χρησιμοποιήθηκαν σαν σήματα ερασιτεχνών



ΔΕΚΑ ΟΡΧΗΣΤΡΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 60 ΠΟΥ
ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΣΑΝ ΣΗΜΑΤΑ ΣΕ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΩΝ
ΣΤΑΘΜΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ.
Επιλογή: Θανάσης Κώστας 

01.GREEN ONIONS-BOOKER T


02.TIME IS TIGHT-BOOKER T




03.DOUBLE BARREL-DAVE & ANSELL COLLINS



04.SHAFT-ISAAC HAYES




05.THE CHAMP-MOHAWKS



06.GROOVIN WITH MR.BLUE-MR.BLUE



07.TEQUILA-THE CHAMPS


08.FLASH-THE DUKE OF BURLINGTON



09.APACHE-THE SHADOWS



10.WIPE OUT-THE SURFARIS


Συναυλία Διεθνούς Αμνηστίας στο ΟΑΚΑ στις 3-10-88

Σήμερα ξύπνησα με νοσταλγική διάθεση. Θυμήθηκα τα χρόνια της νιότης μου όταν, φρέσκος ακόμα φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, δεν άφηνα συναυλία για συναυλία. Θυμήθηκα λοιπόν εκείνη την καταπληκτική συναυλία του 1988 στην Αθήνα.


Μέχρι και σήμερα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες συναυλίες που έγιναν ποτέ στη χώρα μας τόσο από πλευράς εμφανιζόμενων καλλιτεχνών όσο και και από την πλευρά της μαζικής προσέλευσης θεατών. Μιλάμε για μια συναυλία με περισσότερα από 70.000 εισιτήρια. Οι Γιώργος Νταλάρας, Γιουσού Ν' Ντουρ, Τρέισι Τσάπμαν, Πίτερ Γκάμπριελ, Στινγκ και Μπρους Σπρίνγκστιν μαζεύονται στο Ολυμπιακό Στάδιο για τα 40 χρόνια από τη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» και παρακινούν το κάθιδρο πλήθος «Σήκω πάνω για τα ντικαιώματά σου» (μια ελεύθερη απόδοση του «Get up, stand up» του Μάρλεϊ). Και οι έξι στη σκηνή από τις 4.20 μ.μ. το μεσημέρι.
Αυτή τη βραδιά θα κυριαρχήσουν τα ντουέτα: Στινγκ και Γκάμπριελ κινούμενα στρατιωτάκια στο «Games without frontiers», Στινγκ και «Boss» στο «The river» κ.ο.κ. Τα μεσάνυχτα απαρτία και πάλι στη σκηνή με το «Chimes of freedom» του Ντίλαν. Τις επόμενες ημέρες τα αθηναϊκά γραφεία της Διεθνούς Αμνηστίας θα κατακλυσθούν από υποψήφια νέα μέλη ή έστω απλούς αγοραστές του Τ-shirt «Human Rights Now», ενδυματολογικού ενθυμίου της συναυλίας.
Η playlist που σας έχω εδώ έχει βιντεάκια από την ίδια συναυλία σε διάφορες χώρες του κόσμου. Δυστυχώς όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα βίντεο από την συγκεκριμένη συναυλία της Αθήνας.
Βλέπετε τότε δεν υπήρχαν τα ιντερνέτια και τα γιουτούμπια!

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Heart of Mine

Ένα τραγούδι από ταινία έχω σήμερα για σας.



Η ταινία Keeping the Faith βγήκε στις αίθουσες το 2000. Μια κομεντί γραμμένη από τον Stuart Blumberg, με τους Ben Stiller και Edward Norton στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Μάλιστα είναι το ντεμπούτο του Edward Norton στην σκηνοθεσία. Παίζουν επίσης οι Jenna ElfmanEli Wallach, και Anne Bancroft

Το "Heart of Mine" έγραψε και ερμήνευσε ο Peter Salett για να χρησιμοποιηθεί ως το μουσικό θέμα της ταινίας Keeping the Faith από τον Edward Norton.

Ο Peter Salett είναι υπεύθυνος και για τα soundtracks άλλων ταινιών όπως βλέπετε παρακάτω:


Ο ίδιος έχει εμφανιστεί και ως ηθοποιός στις παρακάτω ταινίες:

2001Wet Hot American SummerGuitar dude
2002Stella ShortsGuitar player / Indian / Cop / Terrorist / Shirpa
2005The F WordPeter
2007SuperbadTiger Greendragon
2007The TenLying Rhine Body
2008Role ModelsLadislas of Leisure
2008Forgetting Sarah MarshallKeyboard player
2012WanderlustManfreddie (uncredited)