Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Σε έναν κόσμο χωρίς τηλεοπτικές συσκευές τι καλείται «τηλεόραση»;

Αφήστε το τηλεκοντρόλ από το χέρι και συντονιστείτε εδώ…
Η Αpple έχει βάλει στην άκρη κονδύλι ενός δισ. δολαρίων για πρωτότυπα «τηλεοπτικά» προγράμματα, το Facebook εστίασε στη δική του εκδοχή για το «Scandal» και η Google είναι έτοιμη να δώσει τρία εκατ. δολάρια ανά επεισόδιο για νέες δραματικές σειρές που θα βλέπουμε σε οθόνες αφής.
Αυτοί οι τρεις ψηφιακοί γίγαντες φαίνονται αποφασισμένοι να εισβάλουν στο τηλεοπτικό τοπίο, το οποίο έτσι κι αλλιώς συγκλονίστηκε πριν από λίγα χρόνια με την είσοδο στην αγορά του Netflix και της Amazon.
Δεν είναι σαφές σε ποια πλατφόρμα θα εμφανίζονται τα προγράμματα της Apple ή πώς θα πληρώνουν οι χρήστες γι’ αυτά. Είναι πιθανό να φτιαχτεί μια νέα εφαρμογή για να προβάλλει, μέσω streaming, τις νέες πρωτότυπες σειρές. Με τα χρήματα που διαθέτει, η Apple θα μπορούσε άνετα να γυρίσει περισσότερες από δέκα πρωτότυπες σειρές.
Το δε YouTube έχει ήδη αρχίσει να δίνει το «πράσινο φως» σε σειρές. Η ιστοσελίδα, που ανήκει στην Google, στοχεύει επίσης στην ηλικιακή ομάδα 16-35, ενώ ο προϋπολογισμός των προγραμμάτων της είναι δύο εκατ. δολάρια ανά επεισόδιο για κωμικές σειρές και τρία εκατ. για δραματικές.
Αρχικά, το συνδρομητικό κανάλι του YouTube απλώς πρόβαλλε τους αστέρες του, επιτρέποντάς τους να γυρίζουν κλιπάκια τραβηγμένα με βιντεοκάμερες ή με κινητά τηλέφωνα. Τώρα, προσανατολίζεται σε παραγωγή πιο παραδοσιακών «τηλεοπτικών προγραμμάτων», λαμβάνοντας όμως υπόψη τι αναζητούν οι χρήστες του YouTube. Στην ίδια λογική κινήθηκε και το Snapchat. Εντάξει, όλο αυτό δεν πρόκειται για καινούργια τακτική. Το Netflix, για παράδειγμα, έχει ήδη καταλήξει ότι θα επιλέγει τι είδους σειρές θα χρηματοδοτήσει με βάση τα δεδομένα που συλλέγει για τις προτιμήσεις των συνδρομητών του. Κάποιες από τις σειρές τού YouTube θα προβάλλονται επί πληρωμή, ενώ άλλες θα είναι δωρεάν. Οπως στην τηλεόραση, δηλαδή.
H Ασλεϊ Ροντρίγκεζ, δημοσιογράφος του Quartz, βρήκε τον εαυτό της να αγωνίζεται προκειμένου να καταλήξει στο τι ορίζουμε σήμερα ως «τηλεόραση» και τι ως «ταινία». Στη δεκαετία του ’90 κάτι αντίστοιχο θα ήταν εύκολο. Η τηλεόραση είχε τηλεοπτικές εκπομπές. Ο κινηματογράφος, ταινίες. Απλό…
Τώρα, περισσότεροι άνθρωποι παρά ποτέ κάνουν αυτό που ονομάζουμε «τηλεοπτικές εκπομπές», αλλά κανείς δεν τις παρακολουθεί σε οθόνες τηλεόρασης, αλλά σε κάτι που θυμίζει τηλεοπτική προβολή. Η θέαση, πια, γίνεται μέσω smartphones, τάμπλετ και ηλεκτρονικών υπολογιστών – μη γράφουμε τα ίδια.
Αλλά αν μοιάζει με τηλεόραση και ακούγεται σαν τηλεόραση, γιατί δεν είναι; Είναι μια ερώτηση την απάντηση της οποίας η συγκεκριμένη δημοσιογράφος του Quartz αναζητά καθημερινά. Η δουλειά της είναι «τηλεκριτικός». Και εάν δεν μπορεί εκείνη να ονομάσει κάπως όλο αυτό το οποίο συμβαίνει, τότε ποιος μπορεί;
Βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που έχει προκύψει κάτι ανάλογο. Ολη αυτή η σχετική συζήτηση έχει ξεκινήσει ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα, όταν οι άνθρωποι μάθαμε πώς να καταγράφουμε και να παρουσιάζουμε ακίνητες εικόνες, έτσι ώστε τα αντικείμενα εκεί να φαίνονται ότι κινούνται. Αρχικά, ονομάστηκαν «κινούμενες εικόνες» και αργότερα μετονομάστηκαν σε «ταινίες», σύμφωνα με οποιοδήποτε ετυμολογικό λεξικό. Οι ταινίες, με τη σειρά τους, παρουσιάστηκαν σε «σινεμά», που προέρχονται από τη γαλλική λέξη «cinématographe» που σημαίνει «κίνημα (κίνηση) + γραφή (καταγραφή της κίνησης)».
Η λέξη «τηλεόραση» μας συστήθηκε στη δεκαετία που ξεκίνησε το 1900 και το 1930 πολλοί ήξεραν για αυτό το «μαγικό κουτί». Ο όρος «βίντεο» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του ‘30 για να σημαίνει «αυτό το οποίο έχει καταγραφεί και εμφανίζεται στην οθόνη» – οθόνη τηλεόρασης, εν προκειμένω. Στα Λατινικά, «βίντεο» σημαίνει «βλέπω».
Σχεδόν 100 χρόνια αργότερα, χρησιμοποιούμε ακόμα τις ίδιες λέξεις. Ακόμα και αν λόγω των σύγχρονων τεχνολογικών συνθηκών, έχουν χάσει το αρχικό τους νόημα. «Βλέπω τηλεόραση» λέει ένας πιτσιρικάς, αλλά στην πραγματικότητα δεν κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού, απέναντι σε κάποια συσκευή πλάσμα. Βλέπει μέσα από το κινητό, την ταμπλέτα, το λαπ τοπ του, βιντεάκια στο Youtube. Πολλές φορές δεν πρόκειται για κάτι αντικειμενικά ποιοτικό, αλλά για ταινίες «μικρού μήκους» που μπορεί να έχουν φτιάξει και συνομήλικοί του. Ποιος θα το φανταζόταν όταν κάποιος Χαρτ, πίσω στο 2011, αν και δεν ήταν ο πρώτος που έκανε κάτι τέτοιο, θα ξεκινούσε αυτή τη μόδα στο Youtube, όπου ο καθένας μπορεί να φτιάξει ένα κανάλι στη συγκεκριμένη πλατφόρμα και να βγάζει και χρήματα από τα views, τις θεάσεις, τα κλικ που θα του δώσουν οι θεατές του.
Μερικοί γλωσσολόγοι πιστεύουν ότι με την έλλειψη ή τη δυσκολία εξεύρεσης άλλων λέξεων, οι όροι «τηλεόραση» και «ταινία» θα γίνουν απολιθώματα οι οποίοι θα αποκτήσουν νέες έννοιες. Σκεφτείτε ότι συνεχίζουμε να αναφέρουμε την πρόταση «είδα ένα βίντεο», παρά το ότι, πλέον, δεν υπάρχουν καν βιντεοκασέτες.
Η Netflix ήδη αυτοαποκαλείται «διαδικτυακή τηλεόραση» και αυτό είναι αληθές. Το YouTube, αντίστοιχα, λέει ότι «δεν είναι τηλεόραση – και δεν θα γίνει ποτέ». Ακόμα και η βάση δεδομένων που αφορά στις ταινίες που μεταδίδονται μέσω Internet, δεν έχει κάνει -προς το παρόν- μια ταξινόμηση για τις σειρές που προβάλλονται αποκλειστικά μέσω web και έτσι όλοι συνεχίζουν να αναφέρονται σε «τηλεοπτικές σειρές». Ενώ δεν προβάλλονται μέσω τηλεόρασης, σωστά;
Πολλοί κάνουν λόγο για «νέα τηλεόραση», για όλο αυτό το σχετικό πρόγραμμα το οποίο προβάλλεται από «κινητές συσκευές» – και όχι από μια τηλεοπτική συσκευή. Είναι ίδια ακριβώς περίπτωση κατά το «νέα Μέσα» που δημιουργήθηκε για να περιγράψει τις νέες δραστηριότητες των ψηφιακών εκδοτών που άφησαν πίσω τους το χαρτί των εφημερίδων και των περιοδικών.
Ο Γκραντ Μπάρετ, γλωσσολόγος και λεξικογράφος, θεωρεί ότι η λέξη «τηλεόραση» σε κάποια στιγμή θα ενταχθεί στον «σκευομορφισμό». Το «skeuomorphic design», είναι, επί της ουσίας και με λίγα λόγια, ο σχεδιασμός ενός αντικειμένου με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει ένα υλικό ή το σχέδιο κάποιου άλλου αντικειμένου και να έχει μεταφερθεί στη σύγχρονη εποχή – στον ψηφιακό κόσμο, σε ό,τι αφορά αυτό το κείμενο. Παραδείγματα σύγχρονου σκευομορφισμού αποτελούν εφαρμογές (apps) σημειώσεων που εμφανίζουν ένα τετράδιο ή μια κασετίνα με μολύβια διαφορετικού χρώματος και τα βρίσκεις, π.χ., στο κινητό σου. Είναι κάτι, δηλαδή, που έρχεται από το παρελθόν και τώρα, στην εποχή της εξέλιξης, αποτελεί μια απολιθωμένη έννοια, αν και κουβαλά μαζί του μια γλυκιά νοσταλγία. Για παράδειγμα, σκευομορφισμός -πρόκειται για αρχιτεκτονικό όρο- είναι και η έκφραση «πάρε με τηλέφωνο». Οταν είχε προκύψει αυτό, όλοι εννοούσαν τη διαδικασία να βάλεις τα δάχτυλά σου σε ένα καντράν τηλεφώνου και να σχηματίσεις έτσι έναν αριθμό. Πια, με τα «έξυπνα κινητά», απλώς πληκτρολογείς-ακουμπάς έναν αριθμό, δεν ζαλίζεσαι από έναν κύκλο με τρύπες, που χωράνε δεν χωράνε τα δάχτυλά σου, αλλά η εν λόγω φράση είναι ακόμα δημοφιλής.
Επίσης, ακόμα και σήμερα υπάρχει η λέξη «tape», η οποία προήλθε από το «tape recorder» – την ηχογράφηση, δηλαδή, σε μια μαγνητοταινία. Σήμερα, που ο τύπος αποθήκευσης, με τόσες επιλογές σε σκληρούς δίσκους, έχει αλλάξει, όλοι συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη «tape». «Εχω για βίντεο ένα tape» λένε πολλοί δημοσιογράφοι που εργάζονται σε τηλεοπτικούς σταθμούς και εάν ακούσει αυτές τις λέξεις ένας έφηβος σήμερα, θα θεωρήσει ότι πρωταγωνιστεί σε ταινία με θέμα την επιστροφή στον χρόνο, στο παρελθόν.
Πρόκειται για τα ίδια παιδιά που δεν λένε «ψάχνω να βρω για να δω μια νέα ψηφιακή σειρά», αλλά χρησιμοποιούν τη λέξη «show» – και, έτσι, τα έχουν συμπεριλάβει όλα.
Παρεμπιπτόντως, χρησιμοποιώντας αυτή τη λέξη εννοείς οποιοδήποτε πρόγραμμα ψυχαγωγίας. Να άλλο ένα παράδειγμα: η λέξη «σειρά» έκανε την εμφάνισή της για να προσδιορίσει το σχετικό είδος το 1949, όταν ολόκληρα θεατρικά ακούγονταν στο ραδιόφωνο ή προβάλλονταν στην τηλεόραση.
Αυτοί οι παλλαϊκοί όροι, πλέον, αρχίζουν να χάνουν το νόημά τους, όταν -πια- ακούς κάτι μέσω podcast ή το παρακολουθείς μέσω μιας ανάλογης πλατφόρμας στο κινητό ή στον υπολογιστή σου. Οι ιστορίες που παίζονται μένουν ίδιες, αλλά σημασία έχει, πλέον, η μέθοδος με την οποία φτάνουν στον θεατή ή στον ακροατή.
Και πού ξέρετε… Μπορεί κάποτε να λέμε «τηλεόραση» και να αναφερόμαστε στη συσκευή που θα είναι άλλη μια συλλεκτική αντίκα από το παρελθόν, στην οποία κάποιες μανάδες έβαζαν επάνω τους σεμέν.

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Late night show ... made in Greece

Επειδή είδα (δυστυχώς) και εγώ τον Λιάγκα και σκεφτόμουν τα ίδια ακριβώς πράγματα που λέει η Irene d' Athenes, αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο της στην lifo με το οποίο συμφωνώ απόλυτα.

----------------------------------------------

Η πρεμιέρα της νέας εκπομπής του Γιώργου Λιάγκα στον ANT1 επιβεβαιώνει για άλλη μία φορά την αμετροέπεια των Ελλήνων τηλεοπτικών αστέρων που υπερεκτιμούν τόσο τα δικά τους ταλέντα -όπου αυτά υπάρχουν- όσο και τις δυνατότητες της παραγωγής, τη δεινότητα των κειμενογράφων και εν τέλει την τόλμη των χορηγών και των διαφημιζόμενων τους. Ως λάτρεις της αμερικανικής ποπ κουλτούρας και τηλεόρασης ήταν αναμενόμενο πως οι εγχώριοι παρουσιαστές και δημοσιογράφοι θα επιχειρούσαν να αναπαράξουν το φορμάτ των βραδινών ψυχαγωγικών εκπομπών που δεσπόζουν τόσο στην νυχτερινή ζώνη όσο και στις καρδιές των τηλεθεατών. Ο Ντέιβιντ Λέτερμαν, ο Τζίμι Κίμελ, ο Τζίμι Φάλον και ο Στίβεν Κολμπέρ είναι οι άνδρες τους οποίους θαυμάζουν και στα βήματα των οποίων φαντασιώνονται πως μπορούν να βαδίσουν ο Πέτρος Κωστόπουλος, ο Γρηγόρης Αρναούτογλου, ο Δημήτρης Ουγγαρέζος και τώρα, ο νεόκοπος entertainer Γιώργος Λιάγκας. Φευ. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να μοιάζουν με φτωχοί συγγενείς που προσπαθούν να γαμπρίσουν φορώντας τα αποφόρια των σπουδαίων. 

Ή μήπως η σύγκριση αυτή τους αδικεί; Η προφανής επιχειρηματολογία που θα μπορούσε να προτάξει κανείς προς υπεράσπιση των ενταύθα νυχτερινών εκπομπών είναι οι περιορισμένοι πόροι σε συνδυασμό με ένα καχεκτικό σταρ σίστεμ εξαιρετικά περιορισμένης εμβέλειας. Ναι, οι εταιρείες παραγωγής, τα κανάλια και οι διαφημιζόμενοι δεν διαθέτουν τα εκατομμύρια που κατατίθενται στα πόδια των Αμερικανών παρουσιαστών. Ναι, οι εγχώριοι σελέμπριτι δεν είναι παρά αναιμικές καρικατούρες, μιμούμενες με θλιβερά αποτελέσματα τα παγκοσμίου φήμης ονόματα που στο απόγειο της καριέρας τους υποβάλλουν πρόθυμα τα διαπιστευτήρια τους στους βασιλιάδες των late night shows.

Όμως ακόμα κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο ο Τζορτζ Κλούνεϊ όντως επέλεγε να εμφανίσει για πρώτη φορά τα παιδιά του στην τηλεόραση και το έκανε σε ελληνική εκπομπή, η καλύτερη ερώτηση που θα σκέφτονταν οι δικοί μας παρουσιαστές να του απευθύνουν είναι αν η Αμάλ φτιάχνει καλό παστίτσιο κι αν τα πεθερικά τον πιέζουν να δώσει τα ονόματα τους στα εγγόνια. Άσε που αποκλείεται να έδειχναν τα κωλοδάχτυλα της «νταντάς» Ματ Ντέιμον.


Τι είναι αυτό που καθιστά τα ελληνικά talk shows εν γένει, αλλά ιδίως τα βραδινά, τόσο προβλέψιμα και συντηρητικά, φτιαγμένα αποκλειστικά για οικογενειακή κατανάλωση; Η έλλειψη σπουδαίων και κυρίως επαγγελματιών κειμενογράφων. Ήδη από την αυγή της τηλεοπτικής παντοδυναμίας των late night shows, ο δρόμος για την επαγγελματική καταξίωση των σεναριογράφων που εργάζονταν στην τηλεόραση περνούσε από δύο πιθανούς προορισμούς: το Saturday Night Live ή την εκπομπή του Ντέιβιντ Λέτερμαν. Τα τηλεοπτικά δίκτυα κολοσσοί όπως το NBC και το ABC, αλλά ακόμα και το σημαντικά μικρότερο Comedy Central, προσλαμβάνουν στις ομάδες τους τις πιο ταλαντούχες και καυστικές πένες, αναγνωρίζοντας πως στην κωμωδία το πνεύμα και η τόλμη είναι εκείνα που επιβραβεύονται. Οι σεναριογράφοι εργάζονται 5 ημέρες την εβδομάδα, συμμετέχοντας σε μαραθώνια brainstorming και όλα αυτά για 25 λεπτά ωφέλιμου τηλεοπτικού χρόνου. Κάνουν φύλλο και φτερό τις ειδήσεις και την επικαιρότητα, επεξεργαζόμενοι επί ώρες κάθε πιθανή εκδοχή των κειμένων και το κυριότερο, χαίρουν σχεδόν απόλυτης ελευθερίας. Η βραδινή ζώνη τους εξασφαλίζει τη δυνατότητα να μην αυτολογοκρίνονται και δεν περιορίζονται από τα δεσμά της πολιτικής ορθότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια στιβαρή πρόζα που βρίθει κωμικών στοιχείων μεν, αλλά κυρίως αποκαλύπτει την ουσία των θεμάτων που θίγει. 

Ένα δυνατό μήνυμα όμως προκειμένου να επικοινωνηθεί καλά –και εν τέλει να πουλήσει– χρειάζεται οξύνοες, ευέλικτους και συνάμα κραταιούς παρουσιαστές που κάνουν το κοινό να χειροκροτεί ξέφρενα από την πρώτη στιγμή που πατάνε το πόδι τους στην σκηνή. Ψυχαγωγούς που πριν πάρουν το πηδάλιο ενός βραδινού σόου έχουν εργαστεί ως παραγωγοί ραδιοφωνικών talk shows και έχουν θητεύσει επί μακρόν σε άλλες τηλεοπτικές εκπομπές. Κωμικούς που έχουν δοκιμαστεί στον σκληρό στίβο του stand-up comedy, μιας τέχνης που απαιτεί να περιοδεύεις διαρκώς σε μικρά κλαμπ και να εμφανίζεσαι ενώπιον κοινού έτοιμου να σε κατασπαράξει αν δεν αποδειχθείς αρκετά ευφυής κι ετοιμόλογος. Επιπλέον, εξαιτίας της σταθερής παρουσίας πολιτικών προσκεκλημένων υψηλού επιπέδου, -αν αναρωτιέστε τι εννοώ σκεφτείτε ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα έχει εμφανιστεί σχεδόν σε όλες τις βραδινές εκπομπές- είναι απαραίτητο οι οικοδεσπότες να διαθέτουν στιβαρή σκέψη, αναλυτική ικανότητα και γνώσεις που να τους επιτρέπουν να συνομιλήσουν σχεδόν επί παντός επιστητού και επί ίσοις όροις με όλους, σεβόμενοι τόσο τη δική τους νοημοσύνη όσο και του κοινού χωρίς να καταφύγουν στις εύκολες λύσεις που προσφέρουν τα στερεότυπα.


Είναι αρκετά σαφές λοιπόν ότι το να είσαι τέως εκδότης lifestyle περιοδικών, παρουσιαστής πρωινάδικων με ιδιαίτερα περιορισμένο εύρος θεματολογίας ή αφελών τηλεοπτικών παιχνιδιών και εκπομπών που εξαντλούνται στη γραφική απεικόνιση συμπαθών ηλικιωμένων σε χωριά και κωμοπόλεις, σίγουρα δεν είναι ιδιότητες που σου εξασφαλίζουν τα απαραίτητα προσόντα προκειμένου να αναλάβεις έναν τόσο απαιτητικό ρόλο. Για το μόνο που φαίνεται ότι σε προετοιμάζουν είναι να θωπεύεις μεταφορικά, και ενίοτε κυριολεκτικά, τους minor celebrities που καταδέχονται να εμφανιστούν στη βραδινή σου εκπομπή, να αναμασάς με ευκολία κλισέ ατάκες για τις γυναίκες, την μπάλα και το τι σημαίνει να είσαι Άνδρας, και να δίνεις ανάσες ζωής σε ανεπίκαιρους πια καλλιτέχνες του πενταγράμμου. Αν μάλιστα αναλογιστούμε τα προχθεσινά «αστεία» που έκανε ο Γιώργος Λιάγκας χλευάζοντας κάποια εμφάνιση της Μαρίας Κορινθίου, ο στόχος των ευφυών κωμικών σχολίων είναι άπιαστο όνειρο. Αν αντιπαραβάλλουμε τον τρόπο που χειρίζονται τους καλεσμένους και το υλικό τους οι κορυφαίοι σύγχρονοι εκφραστές αυτού του αμιγώς αμερικανικού τηλεοπτικού προϊόντος σε σύγκριση με τους wannabe ομολόγους τους στην ημεδαπή, γίνεται σαφές πως η έννοια του ελληνικού late night show είναι ένα κακόγουστο ανέκδοτο. Ο Τζίμι Κίμελ καλεί αστέρες των οποίων το όνομα είναι brand εκατομμυρίων στην παγκόσμια αγορά και τους ζητά να διαβάσουν κακά tweet που τους απευθύνονται. Η τόλμη του εγχειρήματος έγκειται στο ότι δεν λογοκρίνει κανέναν. Ούτε τις κακίες που θα διαβαστούν, ούτε τις αντιδράσεις των διασήμων. Όταν η Sofia Vergara διάβασε ένα tweet που έλεγε ότι μιλάει σαν να έχει ένα πέος μέσα στο στόμα της απάντησε on camera με θάρρος: «Και ποιο είναι το πρόβλημα σου αν έχω ένα πέος στο στόμα μου;». 

Ακόμα και ο ήπιος, γλυκομίλητος και φιλικός προς την οικογένεια Τζίμι Φάλον επέτρεψε στον Ρίκι Τζερβέις να παραληρήσει για την εμμονή των ανδρών να κυκλοφορούν ολόγυμνοι στα αποδυτήρια των γυμναστηρίων περιγράφοντας με λεπτομέρειες τα θλιβερά οπίσθια και μόρια τους και τη συνήθεια κάποιων να στεγνώνουν με σεσουάρ την ηβική περιοχή, για να καταλήξει στο πόσο μισεί την ανθρωπότητα. Στις εγχώριες εκπομπές που διαφημίζουν εμμονικά το ότι οι καλεσμένοι τους «δεν διστάζουν να τσαλακωθούν» κανείς δεν θα τολμούσε να μεταδώσει τηλεοπτικά κάτι τέτοιο στη βραδινή ζώνη, παρότι το κοινό στο οποίο απευθύνονται εξ ορισμού είναι ενήλικο. Άβυσσος χωρίζει και το μουσικό κομμάτι των late night shows εκεί και εδώ. Οι αμερικανικές εκπομπές ανέκαθεν επέλεγαν αβανγκάρντ συγκροτήματα στην αρχή της καριέρας τους για να παρουσιάσουν στο κοινό. Δεν κατέφευγαν στην εύκολη λύση των δημοφιλών και πιασάρικων ονομάτων, αλλά αναζητούσαν ανερχόμενους τραγουδοποιούς και alternative μπάντες επιδιώκοντας πραγματικά να ενημερώσουν μουσικά τους τηλεθεατές τους, εισάγοντάς τους σε αυτό που εδώ θα αποκαλούσαν με μειδίαμα «ψαγμένη μουσική». Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως σχεδόν αναπλήρωσαν στο κομμάτι αυτό το έργο του MTV, όταν εκείνο έπαψε πια να είναι μουσικό κανάλι και μετατράπηκε σε μία εύπεπτη lifestyle φούσκα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως οι μόνιμοι συνεργάτες του Τζίμι Φάλον είναι οι Roots και του Στίβεν Κολμπέρ ο Jon Baptiste, καλλιτέχνες με σπουδαία δισκογραφία. Ο Κωστόπουλος είχε τις 48 Ώρες κι ο Αρναούτογλου τους Jimmy Starova and the Alcatrash Band, ένα σχήμα με έναν headliner στη δύση της καριέρας του που πλέον πραγματοποιεί δημοσιοϋπαλληλικές εμφανίσεις με ανεπίκαιρο υλικό.

Μια ακόμα ένδειξη της σπουδαιότητας και της ποιότητας που προσφέρουν τα αυθεντικά late night shows είναι το ότι ο κόσμος συρρέει φανατικά για να τα παρακολουθήσει. Στις μαγνητοσκοπήσεις που λαμβάνουν χώρα σε ιστορικά θέατρα όπως το Ed Sullivan Theatre –σαν να λέμε εδώ στο Παλλάς–, το κοινό έχει φροντίσει να κλείσει θέσεις πολύ καιρό πριν, οι χώροι είναι πάντα ασφυκτικά γεμάτοι και το χειροκρότημα είναι πραγματικά ενθουσιώδες και όχι κονσέρβα ή ξεθυμασμένο και διεκπεραιωτικό υπό το κέλευσμα ανιματέρ. Καλό θα ήταν λοιπόν, όσοι ματαιοπονούν να καθιερωθούν ως οικοδεσπότες late night show να αφουγκραστούν το χλιαρό χειροκρότημα του πολύπαθου κοινού τους και να επιστρέψουν στα τηλεοπτικά σχήματα όπου διακρίνονται(;) Εκτός κι αν επιθυμούν να επιβεβαιώνουν σε εβδομαδιαία βάση ότι η ρήση «από τ' αλώνια στα σαλόνια» παραμένει επίκαιρη.

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

What's another year

Η (ακαδημαϊκή) χρονιά που διανύουμε έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα. Έχω φορτωμένο πρόγραμμα αλλά ασχολούμαι με πράγματα που μου αρέσουν και με κρατάνε ζωντανό. Αν θυμηθώ πάντως τα χρόνια που πέρασαν, και άλλες φορές μια συγκεκριμένη χρονιά λειτουργούσε ως ορόσημο και σηματοδοτούσε τις εξελίξεις τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική μου ζωή.

Άλλα έτσι γίνεται στις ζωές όλων μας. Η χρονιά που τέλειωσες το Λύκειο, η χρονιά που πήρες πτυχίο, η χρονιά που παντρεύτηκες και ούτω καθεξής. Η ζωή συνεχίζεται, εξελλίσεται και το σημαντικό είναι να εξελίσσεσαι και συ μαζί της. Να ζεις, να μαθαίνεις, να αγαπάς, να χαίρεσαι τις (μικρές) χαρές της αλλά και να βιώνεις τις λύπες της. Να συμβιβάζεσαι. Σε όλη σου αυτή την πορεία πάνω στον πλανήτη Γη βάζεις στόχους (που άλλους τους πετυχαίνεις και άλλους όχι), φιλοσοφείς, στοχάζεσαι και προσπαθείς για το καλύτερο.

Κάπως έτσι θυμήθηκα το "What's another year?" του Johnny Logan.




Οι νεώτεροι δεν θα τον ξέρετε. Γεννήθηκε στην Αυστραλία στις 13 Μαΐου του 1954 με το όνομα Seán Patrick Michael Sherrard και ήταν γιος τενόρου από το Ντέρι της Ιρλανδίας. Νίκησε δύο φορές στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον εκπροσωπώντας την Ιρλανδία: η πρώτη, το 1980 με το τραγούδι What's Another Year? και η δεύτερη το 1987 με το τραγούδι Hold Me Now. Στον διαγωνισμό του 1984 συνέθεσε το τραγούδι "Terminal 3" που ήρθε 2ο και ερμηνεύτηκε από την Λίντα Μάρτιν  Το 1992 κέρδισε ξανά τον διαγωνισμό αυτήν τη φορά ως συνθέτης, με το τραγούδι της Λίντα Μάρτιν "Why Me?".

Ο "κύριος Γιουροβίζιον" συνεχίζει ακόμη και σήμερα να ερμηνεύει και να γράφει τραγούδια. Στη διάρκεια της καριέρας του, έχει κυκλοφορήσει όχι λιγότερα από 40 σινγκλς και 19 άλμπουμ. Παράλληλα ασχολείται και με το μουσικό θέατρο.

Αν θέλετε περισσότερες πληροφορίες για τον καλλιτέχνη με τις περισσότερες επιτυχίες στην ιστορία του διαγωνισμού, στο site του (http://johnnylogan.com/) υπάρχουν τα πάντα.

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

St. Vincent - New York

Και μιας και είμαστε στα καινούργια, για ακούστε και αυτό το κομματάκι που μου άρεσε από το πρώτο άκουσμα.



Η Anne Erin "Annie" Clark (γεννημένη το 1982 παρακαλώ), είναι η καλλιτέχνης που είναι αρκετά γνωστή πλέον με το όνομα St. Vincent.

Τραγουδάει, γράφει τα τραγούδια της και παίζει ένα σωρό όργανα. Σπούδασε στο Berklee College of Music και εκτός από τη solo καριέρα της αποτέλεσε και ένα από τα μέλη της μπάντας του Sufjan Stevens στις εμφανίσεις του μέχρι το 2006.

Το συγκεκριμένο κομμάτι κυκλοφόρησε στις 30 Ιουνίου του 2017 και είναι το πρώτο single του πέμπτου της studio album, Masseduction.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Tim McGraw - Humble and Kind

Ένα τραγούδι από το χώρο της country έχω σήμερα για σας.


Το "Humble and Kind" είναι ένα τραγούδι της Lori McKenna που κυκλοφόρησε όμως για πρώτη φορά από τον Tim McGraw στις 20 Ιανουαρίου του 2016, ως το δεύτερο single από το 14ο studio album του, Damn Country Music.

Το τραγούδι έχει κερδίσει το βραβείο για Best Country Song στην 59η τελετή των Grammy Awards, τον τίτλο "Video of the Year" στα βραβεία CMT Music Awards,  "Song of the Year"στα CMA Awards και "Country Song of the Year" στα American Music Awards (όλα το 2016).


Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Το αφεντικό ... στο Broadway


To MetLife Stadium, στο Ίστ Ράδερφορντ του Νιου Τζέρσι, μπορεί να φιλοξενήσει περισσότερους από 50.000 ανθρώπους για μια συναυλία. Το Walter Kerr Theater στο Μπρόντγουεϊ είναι κατά πολύ μικρότερο καθώς διαθέτει θέσεις για λιγότερους από χίλιους θεατές. Αλλά οι δύο αυτοί χώροι στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή της Νέας Υόρκης έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς: τον Μπρους Σπρίνγκστιν. Πέρυσι, το «Αφεντικό» της αμερικανικής ροκ μουσικής κατάφερε να γεμίσει τρεις φορές το MetLife ενώ αυτές τις ημέρες πρόκειται να εγκατασταθεί στα καμαρίνια του Walter Kerr Theater.
Από τα μέσα Οκτωβρίου έως και τον Φεβρουάριο, ο Μπρους θα ανεβαίνει από Δευτέρα έως Παρασκευή στη σκηνή του περίφημου θεάτρου και θα παρουσιάζει μια παράσταση «όσο το δυνατόν πιο προσωπική και οικεία». «Επέλεξα το Μπρόντγουεϊ για αυτό το project γιατί υπάρχουν αυτά τα όμορφα παλιά θέατρα και μου φάνηκε ως το κατάλληλο σκηνικό για αυτό που είχα στο μυαλό μου. Μάλιστα, με μία ή δύο εξαιρέσεις, το Walter Kerr Theater με τις 960 θέσεις του είναι η μικρότερη σκηνή που θα έχω εμφανιστεί τα τελευταία σαράντα χρόνια», είχε προσδιορίσει ο ίδιος με ανακοίνωσή του, μετά τη διαρροή του γεγονότος, το καλοκαίρι, στα αμερικανικά ΜΜΕ. Η επίσημη πρεμιέρα έχει προγραμματιστεί για την 12η Οκτωβρίου αλλά από την ερχόμενη Τρίτη ξεκινούν οι avant premier με τις τιμές των εισιτηρίων να ξεκινούν από 700 και να φτάνουν έως και 2.400 δολάρια.

Για τον τραγουδοποιό που ξεκίνησε την καριέρα του δίνοντας συναυλίες στα μπαρ του Τζέρσι Σορ, για να καταλήξει στη συνέχεια να γίνει το μουσικό ίνδαλμα των μελών της αμερικανικής εργατικής τάξης, γεμίζοντας τεράστια στάδια επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, η επιλογή του αυτή είναι σίγουρα ξεχωριστή. Πρόκειται, όμως, για μια κατάθεση ψυχής μέσω της μουσικής, για μια προσωπική συναυλία ή για ένα θεατρικό δρώμενο;
Ολα άρχισαν στο Λευκό Οίκο. Την 12η Ιανουαρίου, κατά τις τελευταίες ημέρες της κυβέρνησης Ομπάμα, ο Σπρίνγκστιν έδωσε μια ακουστική συναυλία ενώπιον 250 μελών του προσωπικού των Ομπάμα ως δώρο προς την προεδρική οικογένεια. Αποδείχτηκε πως επρόκειτο για μια εξαιρετική στιγμή για τον ίδιο, κάτι σαν απολογισμός ζωής, καθώς επέλεξε να εκτελέσει 15 από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του, εμπλουτίζοντάς τα με προσωπικές αφηγήσεις και αναμνήσεις, κατά το πρότυπο του «Born to Run», την αυτοβιογραφία του τροβαδούρου που κυκλοφόρησε το 2016.
Εννέα μήνες μετά ο Μπρους είναι έτοιμος να παρουσιάσει τον «Σπρίνγκστιν στο Μπρόντγουεϊ»«Η παράστασή μου είμαι μόνο εγώ, η κιθάρα, το πιάνο και τα λόγια και η μουσική. Άλλοτε μιλάω και άλλοτε τραγουδώ. Η παράσταση ακολουθεί ελεύθερα την πορεία της ζωής και του έργου μου», δηλώνει, χαρακτηρίζοντας το ζευγάρωμα της αφήγησης με το τραγούδι «μια τρίτη οντότητα». 
Μιλώντας στους New York Times ο Σπρίνγκστιν παραδέχτηκε πως εκείνη τη βραδιά στον Λευκό Οίκο, λίγες ημέρες πριν από την ορκωμοσία του νέου αμερικανού προέδρου, το κλίμα ήταν βαρύ και κυριαρχούσαν το σοκ και η ανησυχία. Αλλά εκείνος επέλεξε να αντισταθεί και να μην επιτρέψει στην εκλογή του Τραμπ να τον επηρεάσει.
«Δεν ήθελα να κάνω κάτι που θα αφορούσε μόνον αυτό. Σκεφτόμουν, πως στη ζωή μου έγραψα αρκετά και όλα αυτά τα χρόνια εξέφρασα συγκεκριμένες αξίες. Και το καλύτερο που μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή ήταν να παρουσιάσω κάτι που θα αναδείκνυε αυτές τις αξίες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν υπάρχει τίποτα που να εστιάζει στον Τραμπ σ’ αυτό που κάνω. Η ιδέα μου ήταν να παρουσιάσω όλα όσα έκανα τα τελευταία σαράντα χρόνια ώστε να μιλήσει το έργο μου. Δεν ήθελα να γίνω υπερβολικός ή ιδιαίτερα ιδεολογικός. Ήθελα να παίξω απλά και να είμαι αρκετά ευρύς ώστε να αναφερθώ σε όλα όσα για τα οποία έχω γράψει. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω της αντίθεσης, θα έκανα και το σχόλιό μου».

Αλλά ο Σπρίνγκστιν, ο άνθρωπος που τραγούδησε για τους άνεργους της Αμερικής, για τους περιθωριοποιημένους, για όλους τους λησμονημένους της αμερικανικής εργατικής τάξης, αναγνωρίζει πως ο Τραμπ κατάφερε να μιλήσει και τελικά να πείσει αυτούς τους ανθρώπους να τον ψηφίσουν.
«Οι καιροί είναι πολύ δύσκολοι, με την έννοια ότι η αποβιομηχανοποίηση που σημειώθηκε τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήταν πραγματικά καταστροφική για ένα ολόκληρο τμήμα του πληθυσμού. Και αυτά τα ζητήματα δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ σοβαρά ούτε από τους Ρεπουμπλικανούς ούτε από τους Δημοκρατικούς. Το πρόβλημα είναι σύνθετο. Εμπλέκεται και  η παγκόσμια τεχνολογία και δεν έχω τις απαντήσεις. Αλλά γνωρίζω πως πάρα πολλοί έχασαν τον προσανατολισμό τους και θεωρώ ότι ο Τραμπ άγγιξε αυτά τα αισθήματα μέσω της ρητορικής του. Είναι πολύ καλός στο να γνωρίζει τι θέλει να ακούσει ο κόσμος», παραδέχτηκε.

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Kristian Bush - Forever Now

Ας κάνουμε και μια ανάρτηση για ένα (σχετικά) καινούργιο τραγούδι.


Ο Kristian (Merrill) Bush υπηρετεί την folk και την country μουσική συμμετέχοντας στα ντουέτα:

 Billy Pilgrim (μαζί με τον Andrew Hyra, που είναι μάλιστα ένα από τα αδέλφια της Meg Ryan )
     και
 Sugarland (μαζί με την Jennifer Nettles).

Έχει κυκλοφορήσει ένα solo album, το Southern Gravity, το 2015.

Το κομμάτι που σας προτείνω,  το "Forever Now (Say Yes)," είναι μια δική του σύνθεση και ήταν το  theme song της ριάλιτυ σειράς Say Yes to the Dress της αμερικάνικης τηλεόρασης.

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Το μέλλον των πανεπιστημίων βρίσκεται στο… cloud



Οι REM τραγουδούσαν το 1987 «it’s the end of the world as we know it» (αυτό είναι το τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε) προκαλώντας ένα περίεργο μείγμα συναισθημάτων: αγωνία αλλά και ελπίδα. Μπορεί κάποιος να προσθέσει την ελπίδα έπειτα από μια τέτοια φράση; Αν σκεφτεί κανείς ότι ο… κόσμος, είναι αυτό που εμείς φτιάχνουμε με βάση αυτά που μαθαίνουμε, τότε η επόμενη μεγάλη επανάσταση είναι εδώ.
«It’s the end of the university as we know it» τιτλοφορεί μεγάλο αφιέρωμά του στο… υπό εξαφάνιση πανεπιστήμιο, ο ιστότοπος Quartz του αμερικανικού κολοσσού Atlantic Media, ο οποίος και καταλήγει σε μια σειρά από συμπεράσματα που προκαλούν σοκ: η διάλεξη στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα πεθαίνει. Οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες πεθαίνουν (σύντομα θα αποτελούν παρελθόν αυτά τα υπέροχα μεγαλοπρεπή ψηλοτάβανα δωμάτια που θύμιζαν κομμάτι καθεδρικού ναού, με το χρυσαφένιο φως να πέφτει στα ξύλινα τραπέζια και τους τοίχους που δεν άφηναν εκατοστό να φανεί χωρίς ράφια βιβλίων). Τα πανάκριβα επιστημονικά συγγράμματα πεθαίνουν. Οι βοηθοί καθηγητών επίσης ως θεσμός πεθαίνουν, και σταδιακά αντικαθίστανται από… κώδικες.
Η νέα εποχή για την ανώτατη εκπαίδευση παγκοσμίως έχει ανατείλει, βρίσκοντας τη δική μας χώρα κρυμμένη πίσω από οπισθοδρομικούς νόμους και προβληματισμούς για το αν θα πρέπει να καλούμε την αστυνομία μέσα στα πανεπιστήμια ή απλώς να αφήνουμε όλες τις μορφές εγκλημάτων στο χώρο τους, να τις διαχειρίζονται οι… φοιτητές.
Και ενώ το «ρωμαλέο» φοιτητικό κίνημα στην Ελλάδα ασχολείται με τη διείσδυση των κομματικών παρατάξεων μέσα στα αμφιθέατρα και ο υπουργός Παιδείας με το πώς θα εκλέγονται οι πρυτάνεις στα ΑΕΙ, στον υπόλοιπο κόσμο τα διλήμματα είναι διαφορετικά: πώς η πανεπιστημιακή «ζωή» μας περνάει ολόκληρη μέσα στην οθόνη ενός υπολογιστή ή ενός tablet; Μπορεί αυτό να επηρεάσει αρνητικά την κοινωνικοποίηση των φοιτητών; Δεν είναι θετικό το ότι ενώ πολλοί καθηγητές «σούπερ σταρ» δεν πατούσαν ποτέ το πόδι τους στα αμφιθέατρα αλλά έστελναν εκεί μεταπτυχιακούς φοιτητές τους, τώρα είναι αναγκασμένοι να διδάσκουν διαδικτυακά εκατομμύρια ανθρώπων;
Τα διλήμματα είναι πολλά, αλλά οι ελπίδες μάλλον περισσότερες. Πώς να αρνηθείς την έκρηξη δυνατοτήτων που φέρνουν οι διαδικτυακές πανεπιστημιακές διαλέξεις που κατακλύζουν πλέον τα αμερικανικά πανεπιστήμια, με αποτέλεσμα να μειώνεται διαρκώς η προσέλευση των φοιτητών στα αμφιθέατρα;
Το πρώτο Mooc (Ανοικτό Διαδικτυακό Πανεπιστημιακό Πρόγραμμα) έγινε το 2011 από καθηγητή του πανεπιστημίου του Στάνφορντ. Ήταν ο πρώτος πυροβολισμός. Και ήταν εκκωφαντικός. Μέσα σε έξι μόλις χρόνια, η εικόνα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις ΗΠΑ άλλαξε θεαματικά.
Ως αποτέλεσμα; Φέτος, ο Jon Meer και ο Steve Wiggins, δύο καθηγητές Οικονομικών στο πολιτειακό πανεπιστήμιο Texas A & M, θα ξεκινήσουν την ετήσια εισαγωγική διάλεξη τους στην «Μικροηλεκτρονική» για 2.000 χιλιάδες φοιτητές, με μια σημαντική διαφορά: αυτή τη φορά θα τα διδάξουν όλα χωρίς να σηκώσουν ένα δάχτυλο…
Το πανεπιστήμιο Texas A & M ξεκινά μια πρώτη διάλεξη αποκλειστικά και μόνο σε απευθείας on line σύνδεση. Πρόκειται για μια υποχρεωτική διάλεξη Εισαγωγικής Οικονομίας. Οι φοιτητές των δυο καθηγητών, μπορεί έτσι να περάσουν φέτος ολόκληρο το εξάμηνο, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να δουν τους καθηγητές τους αυτοπροσώπως. Είναι αυτό θετικό ή όχι; Οι εκπρόσωποι του Ιδρύματος κινούνται προς την πρώτη απάντηση. Το Texas A & M είναι ένα μεγάλο πανεπιστήμιο με χιλιάδες σπουδαστές Οικονομικών και οι καθηγητές του δεν έχουν χρόνο ή πόρους για μικρά, στοχαστικά σεμινάρια.
Πώς ξεκίνησαν όλα
Την πρώτη… έκρηξη του Στάνφορντ και των Mooc’s, διαδέχτηκαν οι ελεύθερες ή φτηνές πλατφόρμες ψηφιακής μάθησης, όπως η Coursera και η αντίστοιχη πλατφόρμα του Πανεπιστημίου του Φοίνιξ που ακολουθήθηκαν και από ευρωπαϊκές μεγάλες διαδικτυακές πανεπιστημιακές «συναντήσεις», προσφέροντας τελικά εξ αποστάσεως εκπαίδευση σε άτομα που διαφορετικά δεν θα είχαν πάει σε ένα παραδοσιακό κολέγιο. Σήμερα η Coursera είναι η μεγαλύτερη online πλατφόρμα μάθησης στον κόσμο, με 24 εκατομμύρια εγγεγραμμένους χρήστες.
Η συνέχεια; Σχεδόν όλα τα μεγάλα πανεπιστήμια των ΗΠΑ προσφέρουν πλέον δωρεάν μαθήματα διαλέξεων στο Διαδίκτυο αλλά και άλλα εξειδικευμένα προγράμματα με δίδακτρα, οι τιμές των οποίων ποικίλλουν. Σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη και οι βαθμοί των φοιτητών μπορούν να ολοκληρωθούν πλήρως ή μερικώς στο Διαδίκτυο.
Βέβαια, μεγάλο μέρος αυτής της εξέλιξης κινείται από την αγορά της Πληροφορικής που γιγαντώνεται διεθνώς. Σκεφτείτε για παράδειγμα την προώθηση των iPads από την Apple σε αίθουσες διδασκαλίας, την φοβερή επιτυχία της Google με τη «σουίτα» εργαλείων του Gmail και τα Έγγραφα Google ή την εκκίνηση του προγράμματος προσαρμογής εκμάθησης της Microsoft. Όλες αυτές οι μεγάλες επιχειρήσεις, κάνουν τώρα το δικό τους αγώνα δρόμου για μια «πίτα» περίπου 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων που αφορά τα εργαλεία Πληροφορικής στην εκπαίδευση. Και το ποσό αυτό βέβαια διαρκώς αυξάνεται, ενώ στο παιχνίδι μπαίνουν και οι χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις πληροφορικής που αναπτύσσονται σε όλο τον κόσμο.
Τι λένε οι άνθρωποι του Χάρβαρντ
«Δεν υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που καινοτομούν αρκετά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση», λέει στο Quartz ο Λάρι Σάμερς, οικονομολόγος  (πρώην υπουργός Οικονομικών΄) που θήτευσε πέντε χρόνια ως πρόεδρος του Χάρβαρντ. «Η General Electric σήμερα, δεν φαίνεται καθόλου όπως φαινόταν το 1975. Το Χάρβαρντ, το Γιέιλ, το Πρίνστον ή το Στάνφορντ φαίνονται ακριβώς όπως φαίνονταν το 1975» προσθέτει με στόμφο.
Όμως, παρά τον φρενήρη ενθουσιασμό στα Ιδρύματα των ΗΠΑ, «η καινοτομία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν έχει ακόμη επιδιωχθεί ακόμη σε κλίμακα και με ένα βαθμό ενέργειας που είναι ανάλογο με την πραγματική πρόκληση», σημειώνει ο ίδιος. Κι αυτό γιατί είναι εύκολο να καταλάβει κανείς, πως ένα πανεπιστήμιο αποτελείται από εκατοντάδες επίμονα «ριζωμένα μέρη».
Έτσι, τα βήματα που γίνονται, στην πραγματικότητα δίνουν χρόνο για θεσμικό αλλά και εκπαιδευτικό «στοχασμό», όσο και αν οι εκπρόσωποι των μεγάλων πανεπιστημίων σε όλο τον κόσμο νοιώθουν την «ανάσα» της ανυπόμονης Silicon Valley στο σβέρκο τους…
«Όλα τα πανεπιστήμια αγωνίζονται σήμερα για να απαντήσουν στο ερώτημα: τι σημαίνει «ψηφιοποίηση» και καθώς η τεχνολογία… ανεβάζει ταχύτητα; Αυτό μπορούμε τελικά να το εκμεταλλευτούμε;» αναρωτιέται μιλώντας στον αμερικανικό ιστότοπο, ο James Soto Antony, διευθυντής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Χάρβαρντ για τις Πολιτικές της Εκπαίδευσης.
Τι γίνεται λοιπόν σήμερα στους διαδρόμους των πανεπιστημιακών κτιρίων ανά τον κόσμο;  Οι αίθουσες διδασκαλίας και τα αμφιθέατρα θολώνουν στα μάτια των φοιτητών τους και η εικόνα τους αντικαθίστανται από  κάτι άλλο; 


Δεν το θέλουν όλοι!

Οι  καθηγητές των αμερικανικών ΑΕΙ δεν είναι ακόμη βέβαιοι. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση που έγινε στις ΗΠΑ μεταξύ των καθηγητών ΑΕΙ, έδειξε ότι ένα σημαντικό ποσοστό δεν υποστηρίζει την ηλεκτρονική μάθηση – κάτι που έχει νόημα, με το δεδομένο ότι οι τεχνολογικές αυτές εξελίξεις απειλούν τελικά τις δουλειές τους.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα που είχε ως θέμα τον «ψηφιακό μετασχηματισμό» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μόνο το 50% των ερωτηθέντων (συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών, των ηγετών των πανεπιστημίων και των εταιρειών τεχνολογίας της εκπαίδευσης) αναμένει ότι το παραδοσιακό πανεπιστημιακό «μοντέλο» θα διαταραχθεί μέχρι το 2025.
Βεβαίως, οι ερωτηθέντες απαντούν ότι η τεχνολογία είναι το μέλλον της εκπαίδευσης, ωστόσο είναι επιφυλακτικοί για το βαθμό στον οποίο «ανήκει» η τεχνολογία στα εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
«Η μετακίνηση ενός πανεπιστημίου είναι σαν να μετακινείται ένα νεκροταφείο – δεν μπορείτε να περιμένετε κάποια βοήθεια από τους κατοίκους», λέει χαρακτηριστικά ο Barb Oakley, καθηγητής που δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια, πριν μετακινηθεί στα διαδικτυακά μαθήματα της Coursera.
Και αναρωτιέται: Όταν κάνεις σταδιακά προγράμματα online είναι διαχειρίσιμο, αλλά τελικά πώς μπορείς να μετακινήσεις μια ολόκληρη πανεπιστημιούπολη στο Διαδίκτυο;
Η Michele Borba, ψυχολόγος και συγγραφέας πετυχημένου βιβλίου προς τους εργοδότες για την συναισθηματική νοημοσύνη των νέων εργαζόμενων τους, θέτει μια άλλη πλευρά του ζητήματος και λέει χαρακτηριστικά:  «Το μόνο που χάνουμε είναι η ανθρώπινη σύνδεση. Δεν μαθαίνετε συμπάθεια προς μια οθόνη. Έχουμε χάσει τη συναισθηματική αναγνώριση. Βλέπουμε ένα τέτοιο κενό στα παιδιά. Είναι καταστρεπτικό».
Για άλλους, οι συναισθηματισμοί είναι αδιάφοροι. Σκέφτονται ότι τελικά η τριτοβάθμια εκπαίδευση στο μέλλον θα είναι μια απλή… υπηρεσία. Ήδη άλλωστε σχεδόν κανένας σήμερα δεν σπουδάζει από αγάπη για τη γνώση, αλλά από την ανάγκη του για επαγγελματική αποκατάσταση. Οι καιροί έχουν φέρει μεγάλες αλλαγές στους «ναούς» της γνώσης. Και τελικά, αν κάποιος αναζητήσει ένα ταξικό χαρακτήρα στα παραπάνω, η  διδασκαλία μέσα από το «cloud», όπως και να το κάνεις, είναι φθηνότερη. Τα παραδοσιακά αμφιθέατρα μάλλον απομακρύνονται ως κάτι που στο μέλλον θα απευθύνεται στους… λίγους.
Όσο μάλιστα τα αεροπορικά εισιτήρια για να πάει κάποιος να σπουδάσει στις ΗΠΑ θα ακριβαίνουν, τόσο η «ψηφιακή μάθηση» θα τρέχει μπροστά.

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Take Me Home, Country Roads

Το "Take Me Home, Country Roads" είναι μια σύνθεση των Bill DanoffTaffy Nivert και John Denver.
Πρόκειται για την μεγαλύτερη επιτυχία του John Denver (μάλιστα θεωρείται ως το signature song του συγκεκριμένου καλλιτέχνη).


Θεωρείται επίσης ως ένα από τα official state anthems of West Virginia.

Εγώ θα σταθώ στην εκτέλεση της Olivia Newton-John από το 1973 που χρησιμοποιήθηκε ως το μουσικό θέμα της ταινίας Whisper of the Heart (1995).

Καλή σας ακρόαση!