Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Διάλειμμα

Αντιγράφω από το λεξικό της κοινής Νεοελληνικής:

διάλειμμα το [δiálima & δjálima] Ο49 : προσωρινή διακοπή μιας δραστηριότητας ή μιας κατάστασης, καθώς και το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: Θα κάνω ένα μικρό ~ στη δουλειά μου, για να ξεκουραστώTο σχολικό ~,ανάμεσα σε δύο διδακτικές ώρες. Xτύπησε το κουδούνι για ~. Στο μεγάλο ~ παίξαμε μπάλα. Mετά την πρώτη πράξη του έργου γίνεται ~. Σήμερα είχε λιακάδα με διαλείμματα βροχήςΣυνεχείς πόλεμοι με μικρά διαλείμματα ειρήνης. (έκφρ.) κατά διαλείμματα, για κτ. που δε συμβαίνει συνεχώς, αλλά ακανόνιστα με σχετικά μεγάλες διακοπές: Bρέχει / δουλεύει κατά διαλείμματα, κατά διαστήματα. φωτεινά διαλείμματα, περίοδοι διανοητικής διαύγειας. διαλειμματάκι το YΠΟKΟΡ: Aς κάνουμε ένα ~ για να ξεκουραστούμε.

Λοιπόν, πόσο σημαντική για τη ζωή μας είναι αυτή η λέξη!

Το ανακάλυψα αυτές τις μέρες που πήρα άδεια από την κανονική μου δουλειά και (παρότι δεν ξεκουράζομαι αλλά ίσως να δουλεύω και περισσότερο) νοιώθω άλλος άνθρωπος. Σε συνδυασμό με μια άλλη φοβερή λέξη, τη λέξη "ρουτίνα" μας δίνει αυτό το πολυπόθητο Διάλειμμα από τη ρουτίνα που είναι το ζητούμενο για εκκατομύρια εργαζόμενους σε ολόκληρο τον κόσμο.



Και γράφω αυτές τις σκέψεις ξέροντας ότι πολύ σύντομα θα επιστρέψω και πάλι στη ρουτίνα της καθημερινότητας που εν τέλει είναι ολόκληρη μας η ζωή. Ωστόσο θα επιστρέψω ανανεωμένος, φρέσκος και πρόθυμος να "ρουτινιάσω" και πάλι. Μέχρι το επόμενο ...

Και η ζωή συνεχίζεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: