Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Λουκιανός



Ήθελα να γράψω κι εγώ δυο λέξεις για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη αλλά στη σημερινή εποχή των κοινωνικών δικτύων και της απίστευτης ταχύτητας στην ενημέρωση δεν ξέρω αν έχω να προσθέσω κάτι σε όσα έχουν ήδη γραφτεί.

Θα πω μόνο ότι θυμάμαι πολύ καλά τις πρώτες "αντιδράσεις" απέναντι σε έναν καλλιτέχνη που μου έδινε πάντα την εντύπωση ότι πολύ απλά έκανε το κέφι του.

Διαβάστε τι έγραψε χθες ο Διονύσης Σαββόπουλος για το θάνατο του:

Νωχελής, γοητευτικός, ανάλαφρος με μια μικρή δόση μελαγχολίας, όση χρειάζονταν για να βαθύνει μέσα μας.Είχε την αγνότητα αλλά και την αριστοκρατικότητα να τραγουδήσει μόνο για πράγματα που τον συγκινούσαν βαθιά:
τα σινεμά του, τις κατασκηνώσεις,
τους φίλους του, τα πάρτυ τους,
τα τεύχη του Μικρού Ήρωα, τη Βουλιαγμένη, την Φωκίωνος Νέγρη.
Τραγούδησε με τόση αγάπη για όλα αυτά που τα ΄κανε αθάνατα γιατί απ΄την αρχή τα είδε έτσι. Σαν καθρεφτίσματα του παραδείσου.
Στην πρώτη πρώτη εκπομπή του ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, τον περίμενα να μαγνητοσκοπήσουμε το φινάλε αλλά τράκαρε και δεν ήρθε.
Του ευχηθήκαμε τότε από τηλεοράσεως "περαστικά Λουκιανέ".
τα σινεμά του, τις κατασκηνώσεις, τους φίλους του, τα πάρτυ τους, τα τεύχη του Μικρού Ήρωα, τη Βουλιαγμένη, την Φωκίωνος Νέγρη.Τραγούδησε με τόση αγάπη για όλα αυτά που τα ΄κανε αθάνατα γιατί απ΄την αρχή τα είδε έτσι. Σαν καθρεφτίσματα του παραδείσου. Στην πρώτη πρώτη εκπομπή του ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, τον περίμενα να μαγνητοσκοπήσουμε το φινάλε αλλά τράκαρε και δεν ήρθε. Του ευχηθήκαμε τότε από τηλεοράσεως "περαστικά Λουκιανέ".Τώρα πια θα μας εύχεται εκείνος "περαστικά" απ΄τις κατασκηνώσεις του ουρανού. 

Και επειδή δεν είμαι καλός στις αναλύσεις διαβάστε μια από αυτές που έγραψε ο Άκης Γαβριηλίδης και με την οποία συμφωνώ απόλυτα.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, που πέθανε σήμερα πρόωρα, ήταν μία ασυνήθιστη και ίσως μοναδική περίπτωση μεταξύ των Ελλήνων καλλιτεχνών του 2ου μισού του 20ού αιώνα. Ήταν ένας συνθέτης που είχε γίνει αποδεκτός στον κανόνα, ίσως όχι των «μεγάλων μας συνθετών» (αυτοί άλλωστε έχει κατοχυρωθεί πλέον ότι είναι μόνο δύο τον αριθμό, άντε και μερικοί «επίγονοι» που όμως δεν φτάνουν το μεγαλείο των πρώτων), αλλά πάντως των συνθετών που είναι αγαπητοί και αναγνωρίσιμοι σχεδόν από όλους. Σε βαθμό που να αποκαλείται με το (ομολογουμένως σπάνιο) μικρό του όνομα και να καταλαβαίνουμε όλοι για ποιον μιλάμε.
Σε αντίθεση με όσους άλλους μπορώ να σκεφτώ, όμως, ο Κηλαηδόνης έγινε δεκτός μεταξύ του έστω διευρυμένου αυτού κύκλου χωρίς το έργο –ή ο λόγος- του να έχει την παραμικρή αναφορά στην ελληνικότητα, μέσα στην οποία κολυμπούσαν από την αρχή ως το τέλος οι «μεγάλοι μας». Αν εξαιρέσουμε μάλιστα κάποια τραγούδια στην αρχή της καριέρας του σε στίχους του Γκάτσου, η δουλειά του Κηλαηδόνη δεν βασίζεται καθόλου στο μπουζούκι, το οποίο δεν χρησιμοποιεί ούτε ενορχηστρωτικά αλλά ούτε και συνθετικά, ούτε στη μελοποίηση μεγάλων μας ποιητών, ή έστω μικρών· δεν αναπολεί κάποια βουκολική ουτοπία του περιούσιου λαού και του τόπου ούτε καταγγέλλει τους ξένους που τον αδίκησαν. Αν μπορούμε να βρούμε κάποιο στοιχείο καταγγελίας, αυτό αφορά το μέσα και όχι το έξω: στα τραγούδια του, Έλληνες ειρωνεύονται Έλληνες για το μικροαστισμό, τη γραφειοκρατία, την εκμετάλλευση, την υποκρισία, το σεξισμό και το συντηρητισμό τους.
Κι ωστόσο, είναι ένα έργο στο οποίο από αρκετά νωρίς παίζει έντονο ρόλο η νοσταλγία. Μόνο που η νοσταλγία αυτή είναι ήδη νοσταλγία της πόλης. Δεν αναπολεί καταστάσεις προ-νεωτερικές, αλλά νεωτερικές. Δεν περιγράφει νησιά, δέντρα και χώματα, αρχαία ερείπια και λευκά σπιτάκια στου γλαυκού το γειτόνεμα, ούτε καν συνοικίες όνειρα· οι στίχοι των τραγουδιών του μιλάνε για αίθουσες διαλέξεων, κινηματογράφους, ντισκοτέκ, πανεπιστημιακές σχολές, ποδοσφαιρικά γήπεδα, μοτοσικλέτες, αυτοκίνητα και σχολικά λεωφορεία, ασφαλτοστρωμένους δρόμους, γκαρσονιέρες, κουζίνες, σαλοτραπεζαρίες, χασάπικα και μανάβικα. Πρόκειται για το σάουντρακ μιας γενιάς η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και τις συνοικίες της, δεν έχει αναμνήσεις από καμία επαρχία (ο πρωταγωνιστής του ομώνυμου τραγουδιού από τα Μικροαστικά, σε στίχους του Νεγρεπόντη, επαναλαμβάνει πληθωρικά ότι είναι Κολλήγα γιος μόνο και μόνο για να μας διαβεβαιώσει καταληκτικά ότι είναι πια ένας αστός). Αφού κατασταλάξει στο ώριμό του ύφος, η Κηλαηδόνης δεν αναφέρεται πλέον καθόλου στο δημοτικό τραγούδι, τους κλέφτες ή τους καπετάνιους του 40, τα πανηγύρια και τα κλαρίνα (εκτός κι αν πρόκειται για τζαζ κλαρινέτα). Ή, πάλι, εκτός κι αν πρόκειται για παρωδία, pastiche και διακωμώδηση· όπως το τραγούδι για τον Γιώργο που έφυγε δεκατεσσάρων από το χωριό του και έγινε κλητήρας στο υπουργείο, στο κλείσιμο του οποίου ακούμε ένα σόλο σε 7/8 σαν καλαματιανό, ενώ από το βάθος της ηχογράφησης μία φωνή αναφωνεί: «Γεια σου Λουκιανέ με το κλαρίνο σου!». Η φράση όμως είναι ειρωνική: το σόλο δεν είναι με κλαρίνο, αλλά με ηλεκτρική κιθάρα, και δεν παίζει ο Λουκιανός αλλά ο Γιάννης Κιουρκτσόγλου, μπασίστας τότε των Πελόμα Μποκιού. Τον «βιότοπο» και το αισθητικό σύμπαν του Κηλαηδόνη λοιπόν συγκροτούν έκτοτε το Χόλλυγουντ, τα κόμικ, το ουέστερν, το σουίγκ, το ροκ εν ρολ, ο προσκοπισμός, η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η σεξουαλική απελευθέρωση, ο μαρξισμός, ο φεμινισμός, η κουλτούρα της νεανικής αμφισβήτησης και η περιφρόνηση προς την ηθική της εργασίας.
Με αυτή την έννοια, νομίζω ότι ο Κηλαηδόνης είναι ένα αρκετά σπάνιο παράδειγμα –μαζί μέχρι κάποια στιγμή με τον Σαββόπουλο, αλλά αυτός σχετικά νωρίς κουράστηκε και γύρισε στο σπίτι- τραγουδοποιού που έδρασε έξω από τον αισθητικό-ιδεολογικό ζουλομανδύα της γενιάς του 30, και έγινε αποδεκτός γι’ αυτό.
Στην αρχή βέβαια αντιμετωπίστηκε με απόρριψη ή περιφρόνηση από τους θεματοφύλακες της σοβαροφάνειας και της ιθαγένειας, όσους θεωρούσαν ως ύψιστη απειλή τον «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό» και τον «αμερικανικό τρόπο ζωής», τόσο δεξιούς όσο και αριστερούς. Τον απαξίωσαν τόσο ο Γεώργιος Ράλλης, όσο και ο Γρηγόρης Φαράκος.
Το γεγονός όμως ότι όλοι αυτοί ξεχάστηκαν και ο Κηλαηδόνης επέβαλε την παρουσία του, μας δείχνει ότι ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πλέον και αυτός μέρος της παράδοσής μας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: