Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Χρόνος

Βικιπαίδεια: «Με τον όρο χρόνος εννοείται η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο.»

Αχ, αυτός ο χρόνος. Αδυσώπητος.

Έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε που για πρώτη φορά άφησα το πατρικό μου σπίτι στην Καβάλα και μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη. Και τώρα, ακριβώς 30 χρόνια μετά, βρίσκομαι και πάλι στην Καβάλα, στο ίδιο σπίτι, κάνοντας διακοπές (μαγική λέξη - διακόπτεις την καθημερινότητα για να ξαναγυρίσεις σε αυτήν -υποτίθεται- ανανεωμένος).

"Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν".

Που είσαι ρε Νίκο που μας το τραγουδούσες και το φωνάζαμε από μέσα μας και από έξω μας. 


Πόσα πρόσωπα αλλάζει ο χρόνος. Και πόσες εποχές περνάνε από πάνω του. Χιλιάδες μικρές φωτογραφίες, καρφιτσωμένες στης Κλωθούς το νήμα. Στιγμές αιωνιότητας, αποτυπώματα βαθειά, ξεθωριασμένα, ανεξίτηλα... Ο χρόνος είναι σχετικός. Πέντε λεπτά μπορεί να είναι πάρα πολύ ή πολύ λίγο. Πέντε λεπτά στον οδοντίατρο είναι ατέλειωτα. Πέντε λεπτά με τον καινούργιο σου έρωτα είναι ελάχιστα. Σε πέντε λεπτά ένας άνθρωπος ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά του εκατό φορές. 

Αυτά σκεφτόμουν όταν ξαφνικά εμφανίστηκε στην οθόνη του υπολογιστή μου η παρακάτω είδηση: 
Επιβεβαιώνεται και πειραματικά η θεωρία του Αϊνστάιν: ο χρόνος είναι σχετικός!
Επαληθεύτηκε μια βασική πρόβλεψη της θεωρίας της Ειδικής Σχετικότητας που είχε διατυπώσει ο Αϊνστάιν με μεγάλη ακρίβεια το 1905. Συγκεκριμένα, πειράματα σε έναν επιταχυντή σωματιδίων στη Γερμανία επιβεβαίωσαν ότι ο χρόνος κυλά πιο αργά σε ένα κινούμενο ρολόι συγκριτικά με ένα σταθερό.

Το 1905; Πάνω από ένας αιώνας πέρασε για να επιβεβαιωθεί και πειραματικά αυτό που όλοι ξέρουμε. Τελικά, η επιστήμη κινείται πιο αργά απ' όσο νομίζουμε.

Καλά να περάσουμε!

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Manhattan ... ο μόνιμος έρωτας μου!

Όχι δεν είναι μία εικόνα της Νέας Υόρκης που έχει προέλθει από προσομοίωση σε υπολογιστή. Πρόκειται για ένα 3D panorama, στην... επίπεδη του μορφή, το οποίο έχει συντεθεί από πολλαπλές λήψεις που έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια μίας βόλτας με ελικόπτερο.


Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά πανέμορφο, τόσο που ο Ρώσος φωτογράφος Sergey Semonov που υπέβαλλε την εικόνα στο διαγωνισμό Epson International Photographic Pano Awards κέρδισε μ' αυτήν την πρώτη θέση στην ερασιτεχνική κατηγορία.
Ο Semonov εργάζεται σε μία μικρή -μη εμπορική- ομάδα με την ονομασία AirPanoη οποία ταξιδεύει ανά τον κόσμο, δημιουργώντας 3D αεροφωτογραφίες. Πραγματοποιούν λήψεις από ελικόπτερα και μετά συνθέτουν τις εικόνες.
Στο site www.airpano.com, πέρα από θαυμάσιες εικόνες του Manhattan, θα βρείτε και άλλες εμβληματικές τοποθεσίες στη γη, όπως η Golden Gate Bridge, το Taj Mahal, τo Dubai, οι Άλπεις, αλλά και οι Πυραμίδες της Αιγύπτου.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

To CD πέθανε;

Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο του Φώντα Τρούσα από το lifo.gr (http://www.lifo.gr/articles/music_articles/108208)
γιατί σε συνδυασμό με τα σχόλια που υπήρχαν μέχρι τη στιγμή που κάνω αυτή την ανάρτηση, νομίζω ότι "φωτογραφίζουν" ευκρινώς την κατάσταση τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.
----------------------------------------------------------------------------------

Γιατί το CD είναι πια τόσο απαξιωμένο στην Ελλάδα, ενώ αλλού ζει και βασιλεύει;



Εμείς που μεγαλώσαμε με το βινύλιο, χαιρετίσαμε το CD (εκεί στα τέλη του ’80 και τις αρχές του ’90) ως μια νέα φόρμα, που θα ερχόταν όχι για να αντικαταστήσει το αγαπημένο πλαστικό, αλλά και για να το επεκτείνει. Κατά βάση ως ένα μέσο, στο οποίο θα ήταν δυνατόν να χαραχτούν περί τα 80 λεπτά μουσικής. Αυτό ήταν πολύ βασικό.   
Απολαύσαμε, με άλλα λόγια, άλμπουμ, τα οποία μάλλον ασφυκτιούσαν στα 40-45 λεπτά (χονδρικώς), που θα μπορούσαν να αναπαραχθούν στο τυπικό long play. Άλμπουμ τζαζ, αβαντγκάρντ, ηλεκτρονικής, πειραματικής, σύγχρονης κλασικής κ.λπ. – καθώς υπάρχουν και αυτά τα είδη, εκτός από το καθημερινό ποπ/ροκ τραγούδι.   .   
Περαιτέρω –και πέραν των καινούριων ψηφιακών παραγωγών– μας δόθηκε η ευκαιρία ν’ ανακαλύψουμε εκατοντάδες μουσικά διαμάντια, που είχαν τυπωθεί στο παρελθόν σε δυσεύρετους δίσκους, ενώ, πολλές φορές, εκείνες ακριβώς οι CD-reissues συνοδεύονταν από σπάνια ή και ανέκδοτα bonus tracks, χωρίς να αναφερόμαστε στις εντελώς ανέκδοτες ηχογραφήσεις ολάκερων long plays, που είδαν για πρώτη φορά το φως στην ψηφιακή εποχή. Ακόμη… να μη μιλήσουμε για κάποια συγκλονιστικά «κουτιά», κάτι απίστευτα box-sets (συχνά ιαπωνικής προέλευσης), που δρούσαν ως τα τέλεια αφιερώματα σε μουσικές σκηνές, events, συγκροτήματα ή καλλιτέχνες.   Όλα αυτά τα προσέφερε βασικά το CD, με κάποιο σοβαρό οικονομικό κόστος είναι αλήθεια στην αρχή –κανείς δεν θα ξεχάσει τις 7 και 8 χιλιάδες δραχμές που κόστιζαν τα «εισαγωγής» στα κεντρικά δισκοπωλεία της Αθήνας στο δεύτερο μισό του ’90– και με κάπως πιο λαϊκό (κόστος) στη συνέχεια.   

Και πού φτάσαμε; Να λέμε σήμερα, στην Ελλάδα, πως το CD έχει τελειώσει, πως δεν έχει πλέον νόημα να διαθέτει κάποιος σιντοθήκη, υποστηρίζοντας πως η συγκεκριμένη φόρμα έφαγε τα ψωμιά της, πως του χρόνου δεν θα υπάρχει και άλλα τέτοια ακατανόητα.   
Είναι αλήθεια πως το CD, επειδή αντιγραφόταν εύκολα, εμφανιζόταν συχνά στις κουβέντες και στην πράξη ως κάτι το εντελώς αναλώσιμο. Πως θα μπορούσες, δηλαδή, κι έτσι ήταν, μ’ ένα ελάχιστο ποσό να φτιάξεις κάτι παρόμοιο (από το εξώφυλλο και τα ένθετά του, μέχρι το label και το δισκάκι αυτό καθ’ αυτό). Τώρα, βέβαια, φτιάχνεις «παρόμοιο» και με το βινύλιο, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…   

Τούτο ήταν ένα ζήτημα λοιπόν, το οποίο στην πορεία το αντιλήφθηκε η βιομηχανία και προσπάθησε να το αντιμετωπίσει. Θες με το digipak, θες με τα σκληρά χαρτονένια covers, που έμοιαζαν με μικρογραφίες εξωφύλλων δίσκων βινυλίου, θες με διάφορες άλλες πατέντες, όσοι κινούσαν τα νήματα επιχείρησαν να δώσουν στο CD μιαν αυθύπαρκτη μορφή, χωρίς στην ουσία να το καταφέρουν. Κι αυτό, γιατί ο προσανατολισμός ήταν λάθος εξ αρχής.   

Αυτή η αγωνία να φανεί, εξωτερικά, το CD σαν μιαν εξέλιξη του LP παράβλεψε τα αληθινά και εγγενή πλεονεκτήματά του. Το να μπορείς, δηλαδή, να καταγράψεις σωστά και χωρίς τα ανεπιθύμητα σκρατς μια μουσική (παλιά ή καινούρια) σε όλη της την έκταση (τεχνική και χρονική), αποθηκεύοντάς την σ’ ένα μικρό μέγεθος.   Έτσι, αντί να επενδυθούν κεφάλαια στο πώς θα βελτιωνόταν ο ήχος στο CD, μέσα από μια τεχνογνωσία τα αποτελέσματα της οποίας θα μπορούσε να προσφερθούν στους μουσικόφιλους σε χαμηλή τιμή (δες τα περίφημα CD και SACD της Mobile Fidelity π.χ., που παρέμειναν, δυστυχώς, προσβάσιμα μόνο για τις βαθιές τσέπες) προτιμήθηκε το εύκολο. Περίτεχνα  εξώφυλλα (αν και χωρά συζήτηση αυτό), και από μέσα το ίδιο και απαράλλαχτο προϊόν. Δεν χρειάζεται να πω πως το ταπεινό jewel-case υπήρξε το ανυπέρβλητο CD-packaging και αυτό που έγραψε ή και-γράφει την όποια ιστορία…   

Στην Ελλάδα, βεβαίως, όλα τούτα λειτούργησαν και λειτουργούν στο περίπου ή στο καθόλου. Η χώρα μας, ως γνωστόν, έχει τους δικούς της κανόνες, τις δικές της πατέντες –κοντόφθαλμες πάντα– ικανές να φέρουν ένα πρόσκαιρο κέρδος, αδιαφορώντας συγχρόνως για τις μεσοπρόθεσμες συνέπειες των όποιων αποφάσεων και εν τέλει για το ίδιο το μέλλον. Πρόκειται για τη (μη) στρατηγική του βάλε τώρα που γυρίζει ή του ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε.     
Είδαμε λοιπόν στην Ελλάδα, πρώτα-πρώτα, μια κατάχρηση του digipak, που στόχο είχε όχι την αισθητική περιποίηση του τελικού προϊόντος (για ποιαν «αισθητική περιποίηση» συζητάμε άλλωστε, όταν το digipak φιλοξενούσε συχνά τραγούδια τού κάθε αναίσθητου;), αλλά μοναχά το κέρδος. Έτσι, όταν το digipak άρχισε να γενικεύεται, εκεί γύρω στο 2000, τα ήδη ακριβά ελληνικά CD πουλιόνταν ακόμη πιο ακριβά!   

Επίσης στην Ελλάδα –είμαι σίγουρος γι’ αυτό, παρότι δεν έχω μετρήσιμα στοιχεία– πρέπει να κόπηκαν αναλογικά τα πιο απίθανα covers. Εννοώ καλύμματα που ξέφευγαν από τις κλασικές διαστάσεις του jewel-case (ήταν μεγαλύτερα δηλαδή ή και πολύ μεγαλύτερα), με αποτέλεσμα, κατά πρώτον, να μην χωράνε στα έπιπλα (στις σιντοθήκες). Άλλος ένας λόγος για σιχτίρισμα.   Η βλακώδης μεγαλοπρέπεια τής ελληνικής σχεδίασης ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, χτύπησε κορυφή θέλω να πω, όταν κάποια στιγμή είδαμε απλά CD (κύριο προϊόν) να είναι πακεταρισμένα σε μέγεθος βιβλίου! (Δεν μιλάμε για τις περιπτώσεις όπου το βιβλίο ήταν το κύριο προϊόν και το CD η επέκτασή του). Λες και οι στίχοι ή τα όποια ψιλοκείμενα δεν θα μπορούσε να περιοριστούν στη διάσταση 14Χ12,50 του τυπικού jewel case. Δηθενιά και αρχοντοχωριατισμός σε συσκευασία μία, καθώς απώτερος στόχος, πάντα, ήταν να βρεθεί ένας τρόπος ώστε το τελικό προϊόν να βγει ακόμη πιο «τσιμπημένο». 
  
Το τελειωτικό χτύπημα για το CD ήρθε βεβαίως μέσω των premium των εφημερίδων και των περιοδικών. Κι εκεί χάθηκε η μπάλα. Αν και τα premium είναι πολύ παλιά ιστορία –υπάρχει π.χ. δισκάκι με Χατζιδάκι, που προσφερόταν δωρεάν από τα βενζινάδικα της BP στις αρχές του ’60– δεν χρειάζεται να πούμε πως στην Ελλάδα των 90s και κυρίως των 00s, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο.   
Σχεδόν όλο το κλασικό ρεπερτόριο των μεγάλων ελληνικών φωνογραφικών εταιρειών πουλήθηκε σε περιοδικά κι εφημερίδες, μια, δυο, τρεις και δεκατρείς φορές, κάτω από «διαφορετικά» κάθε φορά concepts, και μάλιστα στην πλειονότητα των περιπτώσεων σε εντελώς του ποδαριού εκδόσεις. 
  
Έτσι, μια μερίδα του κόσμου σταμάτησε να μπαίνει στα δισκάδικα (δεν είναι τυχαία τα εκατοντάδες σχετικά λουκέτα – και μάλιστα πριν την κρίση), ενώ μια άλλη εθίστηκε στο πρόχειρο και ετοιματζίδικο δισκογραφικό προϊόν, το οποίο εισέπραττε μαζί μ'... ένα-δυο κιλά χαρτί και μια σακούλα προσφορές. Να μην κάνουμε λόγο για τις ελάχιστες εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. 
  
Και κάπως έτσι φθάνουμε στο σήμερα, με τις εφημερίδες να συνεχίζουν τον υπέρ πάντων αγώνα των premium, όταν είναι σίγουρο πως η πλειονότητά τους καταλήγει πλέον στα σκουπίδια. Κανείς δεν έχει διάθεση να βάλει κανένα CD στο player (καλά-καλά δεν θέλει ούτε να το βλέπει – ούτε το CD, ούτε το player, που κι αυτό έχει παύσει από καιρό να δουλεύει) και πολύ περισσότερο ν’ αράξει στον καναπέ του για ν’ ακούσει τη χιλιοστή συλλογή με τραγούδια της «χρυσής δεκαετίας του ’60». Στο δε Μοναστηράκι; Σε παρακαλάνε να τ’ αγοράσεις έστω για ένα πενηνταράκι.   
CD ώρα μηδέν. Στην Ελλάδα όμως.   

Γιατί το CD εξακολουθεί να πουλάει σεβαστές ποσότητες κατ’ αρχάς στις «μητέρες» της ποπ κουλτούρας, στην Αμερική και την Αγγλία, που καθορίζουν εν πολλοίς και την τάση στην παγκόσμια αγορά. Πέρυσι, μόνο στην Αμερική, πουλήθηκαν 125 εκατομμύρια CD, ενώ στην Βρετανία σε άρθρο των Financial Times (Robert Cookson 6/1/2016) διαβάζουμε πως «οι πωλήσεις CD στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πιο ανθεκτικές από τα downloads» και πως «ο θάνατος του CD ηχεί σε μεγάλο βαθμό υπερβολικά». Ακόμη από το ίδιο άρθρο μαθαίνουμε πως στη Βρετανία πουλήθηκαν, μέσα στο 2015, 53,6 εκατομμύρια CD (πολύ καλύτερα από την Αμερική) και πως συγκριτικά το CD εμφάνισε το 2015 τη μικρότερη πτώση απ’ όλες τις τελευταίες χρονιές (3,7% το 2015, 8% το 2014, 12% το 2013 κ.λπ.). 
Δεν χρειάζεται να το πούμε, αλλά το λέμε, πως η βασίλισσα των CD-πωλήσεων ήταν και παραμένει η Ιαπωνία, αφού ακόμη και σήμερα το CD αντιπροσωπεύει στη χώρα πάνω από το 80% της μουσικής κατανάλωσης!   Αν έχετε λοιπόν κάποια καλή CD-συλλογή –συλλογή εννοώ, που να την φτιάξετε από την τσέπη σας και με το γούστο σας και όχι από τις πάρε-να ’χεις «προσφορές» των εφημερίδων– μην ανησυχείτε. Άμα την βαρεθείτε, ή αν βρεθείτε στην ανάγκη να την πουλήσετε (γιατί οι εποχές πλέον δεν παίζονται), δεν θα χάσετε. Όλο και κάποιος Ιάπωνας θα βρεθεί για να την αγοράσει. 


Σχόλια

21.7.2016 | 14:29 Συμφωνώ με όσα αναφέρει το άρθρο σαν αιτίες της παρακμής του CD, αλλά δεν βλέπω την παραμικρή αναφορά στη σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου: Την εμφάνιση του mp3 και όλων των άλλων downloadable ψηφιακών φορμά ήχου, σε συνδυασμό με την έλευση των αντίστοιχων players: ipod, κινητά κλπ. Το κατέβασμα ψηφιακών αρχείων, νόμιμο και παράνομο σκότωσε το CD περισσότερο από τους άλλους παράγοντες. 

21.7.2016 | 14:54 Διαφωνώ. Θεωρώ ότι το "τέλος" του CD ήρθε κυρίως λόγω της ψηφιοποίησης της μουσικής και την αδυναμία του CD να χωρέσει μεγάλο όγκο δεδομένων αφού η χωρητικότητα του είναι μόλις 700MB και 80 λεπτά μουσικής. Επίσης πλέον με την ευρεία χρήση του internet και των πολλών music streaming υπηρεσιών όπως το spotify, Apple Music, Google Play Music, Napster και αρκετών άλλων το CD θεωρείται και είναι πλέον ξεπερασμένο. Σίγουρα η γοητεία του να έχεις στα χέρια σου κάτι απτό όπως ένα μουσικό CD με το βιβλιαράκι του είναι όμορφη άλλα πλέον έχει πάψει να είναι βολική. 

21.7.2016 | 16:06 Θα συμφωνήσω ότι η εμφάνιση του .mp3 "σκότωσε" το CD. Η δυνατότητα να επιλέγεις τα τραγούδια, να φτιάχνεις τις δικές σου μουσικές λίστες, τις οποίες μεταφέρεις παντού μέσω του τηλεφώνου σου ή ενός απλού στικ που χωράει Giga, ήταν ο θάνατός του. Ο συλλέκτης, αυτός που στήνει δισκοθήκη, ναι ... θα το αγοράσει. Ο μέσος χρήστης όμως θα ακούσει μουσική από το spotify ή τη λίστα που θα στήσει με τα χεράκια του. Και, το κυριότερο, από άποψη ήχου, τώρα με το lossless (.flac) είναι καλυμμένος και ποιοτικά. Δεν φταίει το ξεπούλημα μαζί με τις φυλλάδες. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα, το πιστοποιητικό θανάτου αν θες. Δεν ήταν όμως ή αιτία. 

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

In the Army Now

Με αφορμή τα χθεσινοβραδινά γεγονότα στην Τουρκία θυμήθηκα μια μεγάλη επιτυχία του 1982 (ακούστηκε πολύ και στην χώρα μας).


Το "In the Army Now" κυκλοφόρησε το 1982 από το ντουέτο Bolland & Bolland. Πρόκειται για τα αδέρφια Rob Bolland και Ferdi Bolland που έχουν γεννηθεί στο Port Elizabeth της Νότιας Αφρικής.


Το τραγούδι γνώρισε την επιτυχία σε πολλές χώρες. Χαρακτηριστικό είναι ότι έμεινε 6 συνεχόμενες εβδομάδες στην κορυφή του Νορβηγικού chart.


Το τραγούδι διασκευάστηκε το 1986 από τους Status Quo στο ομώνυμο τους album, και έφτασε μέχρι το Νο.2 στο UK Singles Chart.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Fathers and Daughters

Χθες είδα την ταινία του 2014 "Fathers and Daughters". Είναι πολύ καλή ταινία και σας συνιστώ να την δείτε ειδικά όσοι έχετε παιδιά (και ειδικότερα όσοι έχετε κόρη ή κόρες).


Το «Fathers and Daughters» μας ξεναγεί σε μια κοινωνική ιστορία, όπου μια οικογένεια παθαίνει ένα ατύχημα και επιζούν ο πατέρας και η οκτάχρονη κόρη. Δυστυχώς μετά και από τον θάνατο της μητέρας / συζύγου τα πράγματα βαίνουν πολύ διαφορετικά. Ο πατέρας που είναι και πασίγνωστος συγγραφέας έχει μετατραυματικά σοκ ενώ προσπαθεί όσο μπορεί να μεγαλώσει την κόρη του. Το θετικό πρόσημο είναι ότι αγαπιούνται, αλλά δυστυχώς αυτό δεν είναι πάντα αρκετό.


Η ταινία έχει πολύ καλές ερμηνείες από τον "πατέρα" Russell Crowe και την "κόρη" Amanda Seyfried η οποία βέβαια είναι πανέμορφη για μια ακόμη φορά.


Εγώ θα σταθώ σε ένα τραγούδι που ακούγεται στην ταινία σε δύο συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές και που παίζει κάποιο ρόλο και στην εξέλιξη της.

Πρόκειται για το "(They Long to Be) Close to You" που είναι μια σύνθεση των Burt Bacharach και Hal David και που έγινε γνωστό κυρίως χάρη στην εκτέλεση των Carpenters.



Στην ταινία ακούγεται σε μια διαφορετική εκτέλεση (από τον Michael Bolton) την οποία μπορείτε να ακούσετε στο παρακάτω video όπως ακούγεται στο soundtrack της. Το video μάλιστα ντύνεται με κάποιες από τις χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Music Treasures

Σήμερα είπα να κάνω μια λίγο διαφορετική ανάρτηση. Είπα να σας προτείνω 3 διαφορετικά τραγούδια από διαφορετικές χρονολογίες που όμως αξίζουν της προσοχής σας.


  • Ξεκινάμε με τον Bob Geldof.



Το  "The Great Song of Indifference" υπήρχε στο δεύτερο άλμπουμ του The Vegetarians of Love που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1990. 
Το άλμπουμ έφτασε μέχρι το No. 21 στο UK Albums Chart τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ενώ το single σκαρφάλωσε μέχρι το Νο. 15 του UK Singles Chart.


  • Συνεχίζουμε με τους Barclay James Harvest.



To "Life is for Living" είναι του 1981 από το άλμπουμ Turn of the Tide που είναι το δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος χωρίς τον κιμπορντίστα John Stuart Wolstenholme ο οποίος έφυγε από το συγκρότημα το 1979.


  • Για το τέλος, άφησα τον Albert Hammond.


Πρόκειται για το κομμάτι "It Never Rains in Southern California", που έγραψαν οι Albert Hammond και Mike Hazlewood, και ερμήνευσε πρώτος ο Hammond το 1972. Το τραγούδι έφτασε μέχρι το Νο. 5 του Billboard Hot 100 εκείνης της χρονιάς.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Jimmy Cliff

Ποιος καλλιτέχνης θα ήταν ο πιο κατάλληλος για μια ανάρτηση στο μέσο του καλοκαιριού; Μα ποιος άλλος από τον Jimmy Cliff τον θρύλο της reggae.


Ο Jimmy Cliff, (πραγματικό όνομα James Chambers; γεννημένος την πρωταπριλιά του 1948) είναι Τζαμαϊκανός. Παίζει πολλά όργανα και ταυτόχρονα τραγουδάει ενώ έχει κάνει και τον ηθοποιό. Είναι ο μοναδικός μουσικός που βρίσκεται εν ζωή και κατέχει το Order of Merit, την ανώτερη τιμή της Τζαμαϊκανής κυβέρνησης για τα επιτεύγματα του στον καλλιτεχνικό χώρο.


Μερικά από τα πιο γνωστά του τραγούδια είναι τα παρακάτω:
"Wonderful World, Beautiful People"
"Many Rivers to Cross"
"You Can Get It If You Really Want"
"The Harder They Come"
"Reggae Night"
"Hakuna Matata"
ενώ έχει κάνει μεγάλες επιτυχίες διασκευές όπως το "Wild World" του Cat Stevens και το "I Can See Clearly Now" του Johnny Nash. Είναι μέλος του Rock and Roll Hall of Fame από το 2010.



Από όλα του τα τραγούδια αυτό που δεν παραλείπω να ακούσω μόλις καλοκαιριάσει είναι το "Reggae Night" του 1983 από το album "The Power and the Glory". Μια λεπτομέρεια που ίσως δεν ξέρετε είναι ότι το έχουν γράψει οι Amir Bayyan και La Toya Jackson (η οποία μάλιστα το τραγούδησε και η ίδια και το συμπεριέλαβε στο album της "No Relations".