Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

The Sound(s) of Silence - από το protagon.gr

Το 1966 ήταν μια καλή χρονιά για τη ροκ. Τότε κυκλοφόρησε το «Revolver» των Beatles, το «Blonde on Βlonde» του Μπομπ Ντίλαν, το «Pet Sounds» των Beach Boys, το «A quick one» των Who και πολλά ακόμη. Αλλά αν το 1966 είναι μια χρονιά-ορόσημο, είναι επειδή τότε έγινε επιτυχία ένα κομμάτι που λατρεύτηκε από εκατομμύρια ανθρώπους και από πολλές γενιές: το «The Sound of Silence» των Πολ Σάιμον και Αρτ Γκαρφάνκελ.


Κατά έναν τρόπο ο «Ηχος της Σιωπής» κλείνει εφέτος τα 50 του χρόνια. Και όπως πολλοί θρύλοι, κρύβει από πίσω του μια ιστορία που συναγωνίζεται την αξία του. Γιατί ο Πολ Σάιμον είχε γράψει το κομμάτι δυο χρόνια νωρίτερα, το 1964, για να περιγράψει «με την απλότητα της μελωδίας και των στίχων την αποξένωση των νέων». Ο Σάιμον ήταν τότε 21 χρονών. Ο τίτλος που του έδωσε ήταν «The Sounds of Silence» (οι ήχοι, όχι ο ήχος), ενώ το μόνο όργανο που είχε χρησιμοποιήσει ήταν η ακουστική κιθάρα.



Αυτό, το πρώτο κομμάτι, κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1964, αλλά το κοινό το αγνόησε εντελώς.

Αν είχε την τύχη μιας δεύτερης ευκαιρίας, αυτήν την οφείλει στον παραγωγό Τομ Γουίλσον. Αυτός άκουσε τυχαία το τραγούδι σε ραδιοφωνικό σταθμό της Βοστώνης και σκέφτηκε ότι θα είχε καλύτερη τύχη εάν το έντυνε με ηλεκτρικά όργανα και ντραμς. Το έκανε -και το έκανε εν αγνοία του ίδιου του Σάιμον. Ο στόχος του ήταν να ακουστεί «Ο Ηχος της Σιωπής» στους ήχους φολκ – ροκ που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή. Οι μουσικοί που ανέλαβαν τη δουλειά ήταν οι ίδιοι που είχαν ηχογραφήσει το «Like a Rolling Stone» του Ντίλαν. Οταν άκουσε τη νέα εκδοχή, ο Γκαρφάνκελ πίστεψε ότι το τραγούδι θα συναντούσε και πάλι την αποτυχία. Εκανε λάθος. Το «The Sound of Silence» (αυτή τη φορά χωρίς «s») έφτασε στην κορυφή του αμερικανικού καταλόγου των επιτυχιών -εκθρονίζοντας το περίφημο «We Can Work It Out» των Beatles- τέτοιες μέρες πριν από μισό αιώνα, Ιανουάριο του 1966.



Κι έπειτα ήρθε το σινεμά. Ο Μάικλ Νίκολς χρησιμοποίησε το τραγούδι στην τελευταία σκηνή του «Πρωτάρη», ο Εμίλιο Εστεβέζ στην ταινία «Bobby», ο Τζακ Σνάιντερ για το «Watchmen». Και κοίτα σύμπτωση, το «Bobby» του Εστεβέζ ήταν μια ταινία για τη ζωή του Μπομπ Κένεντι, ο Σνάιντερ έντυσε με το τραγούδι την σκηνή της κηδείας του «Κωμικού», του τύπου που στην ταινία σκοτώνει έναν άλλον Κένεντι, τον Τζον. Και να φανταστεί κανείς ότι οι Πολ Σάιμον και Αρτ Καρφάνγκελ ορκιζόταν πως οι στίχοι του τραγουδιού δεν έκρυβαν καμία πολιτική νύξη. Αλλά μόνο την αγωνία της γενιάς τους. Τόσο που στη συναυλία στο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης, το ντουέτο έπαιξε το τραγούδι μπροστά σε 500.000 κόσμο και πάλι με ακουστική κιθάρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: