Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

Summer summer

Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Αγκίστρι το περασμένο Σάββατο (κατέβηκα Αθήνα για ένα τετραήμερο).
Την αφιερώνω σε όσους (όπως κι εγώ) έχουν αρκετό καιρό δουλειάς ακόμα, μέχρι τις καλοκαιρινές τους διακοπές.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

Επεισόδιο 25 "Υπέροχα Πλάσματα"

Το χθεσινό επεισόδιο (μένει άλλο ένα), δεν μου άρεσε ιδιαίτερα. Μερικά από τα τραγούδια που ακούστηκαν σε αυτό, ακολουθούν.

Επεισόδιο 25 (Όλοι λένε σ’ αγαπώ)

Διασκευή My Baby just Cares for me (Nina Simone)

Διασκευή Never Can Say Goodbye (The Jackson 5)

Μιχάλης Ρακιντζής – Προκαλείς

Ανδρέας Μικρούτσικος – Το Κυκλωπάκι

Διασκευή Walk On The Wild Side (Lou Reed)

Διασκευή Do you Really Want to Hurt me? (Culture Club)

Διασκευή Here it is (Leonard Cohen)

Διασκευή Holding out for a herο (Bonnie Tyler)


Δεν είμαι σίγουρος για το τραγούδι του Leonard Cohen (αν ακούστηκε σε διασκευή ή στην αρχική εκτέλεση). Όποιος το πρόσεξε, ας μου το πει με ένα σχόλιο. Άντε να δούμε τι θα δούμε (και τι θα ακούσουμε) και στο τελευταίο επεισόδιο.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

Μεσημεριανάδικα

Τη στήλη του Τάσου Θεοδωρόπουλου στο "Πρώτο Θέμα" (ΚΛΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΡΑΝΑ) τη διαβάζω σχεδόν κάθε Κυριακή. Δεν συμφωνώ πάντα με τις απόψεις του ούτε και με τον τρόπο που ενίοτε τις εκφράζει. Για το άρθρο του όμως που δημοσιεύτηκε στο χθεσινό φύλλο της εφημερίδας, του βγάζω το καπέλο.
Έτυχε να παρακολουθήσω τηλεόραση τα απογεύματα της προηγούμενης εβδομάδας. Ένιωσα θυμό και οργή βλέποντας τις Εθνικές μας Κατίνες να προσπαθούν (χωρίς να το καταφέρνουν) να κρατήσουν τα προσχήματα.
Δεν είδα το δελτίο του STAR το βράδυ. Άκουσα όμως, πως με μοναδικό θέμα το θάνατο του Νίκου Στεργιανόπουλου, κατάφερε να είναι πρώτο σε τηλεθέαση τη συγκεκριμένη ημέρα. Άραγε το κοινό έχει μερίδιο ευθύνης για αυτό που του προσφέρουν τα κανάλια; Κι αν ναι, σε ποιό βαθμό;
Και τέλος, αυτό το καθημερινό κυνήγι της τηλεθέασης και του ανταγωνισμού δικαιολογεί τα πάντα; Τι άλλο θα πρέπει να δούμε στις οθόνες μας για να αντιδράσουμε;

Διαβάστε παρακάτω ολόκληρο το άρθρο του Τάσου Θεοδωρόπουλου:

Η κυρά μας η αλήτισσα

Ούτε πολλά λόγια σήμερα ούτε καν καλογραμμένα, γιατί άμα σε πιάσει ο θυμός δεν έχεις και πολλά περιθώρια. Όταν ήμουν μικρότερος γουστάριζα να κάνω παρέα αρκετές από αυτές τις κότες των πρωινάδικων, των μεσημεριανάδικων, των απογευματάδικων. Έβρισκα χαριτωμένη την πουτανιά τους, την ανοησία τους και την αδέξια προσπάθειά τους να βαφτίσουν τη βραδινή τους βίζιτα σε επαγγελματικό ραντεβού και την ατυχή γκαστριά τους σε δώρο μητρότητας. Μετά αυτές πολλαπλασιάστηκαν επικινδύνως, πήραν από κοντά και δυο - τρεις ξεπλυμένες αδερφές του χειρότερου είδους και επέκτειναν τα ενδιαφέροντά τους με την ταχύτητα μεταδιδόμενου λοιμώδους νοσήματος. Σε αυτό το σημείο μπαίνει ένα πολύ απλό ζήτημα. Αυτό της ηθικής.

Ζήτημα που όσον αφορά το ποιόν τους αρκετές φορές είχα ξεπεράσει οικειοθελώς διασκεδάζοντας με τα μαϊμουδίσματά τους. Κάποια στιγμή όμως απλώς γκώνεις, φτάνεις στο αμήν. Οι αλήτισσες τηλεκλώσες - πρώην τηλεπουτάνες – πρώην τηλεμαμές βάλανε πάλι την πλύνε βάλε μαύρη ζαρτιέρα τους κι ύστερα συνδέθηκαν ζωντανά με την πόρτα του σπιτιού του Νίκου Σεργιανόπουλου, ξύνοντας η μία τα μπούτια της αλληνής, μέχρι να βγει το φέρετρο. Επτά μαχαιρώματα και φρέσκια ημερομηνία σφαγής, που κολλούσε χάρμα με το κρεατί χρώμα του κομπινεζόν τους. Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως όλες τους έχουν ήδη δικαιολογήσει στον μιαρό εαυτό τους τη στάση τους. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως στα μίτινγκ με τους συνεργάτες τους θα λέγανε: «Τι να κάνουμε, αγάπη μου, σκληρό πράγμα η τηλεόραση, αλλά πρέπει να βγει το θέμα. Κρίμα το παλικάρι που πέθανε».

Ναι, μαντάμ, προσέξτε μη σας φύγει ο πόντος. Κρίμα αυτός που πέθανε, αλλά όχι κρίμα για τη μάνα του και τους φίλους του και τους αγαπημένους του, που σας έβλεπαν σε ζωντανή σύνδεση μέχρι να βγει το φέρετρο του σφαγμένου. Κι επειδή ένας διάσημος, έστω και πεθαμένος, από μόνος του δεν φτουράει, βάλατε τα δημοσιογραφικά δουλικά σας που τα πληρώνετε 3 και 60 για να σας ξεβρομίζουν με τα άθλια ρεπορτάζ τους να τηλεφωνούν σε άλλους διάσημους συναδέλφους και γνωστούς του πεθαμένου για μια δήλωση. Που να σου δηλώσουν, μωρή, στη δική σου την κηδεία όσοι δεν είχες ονειρευτεί ποτέ σου τα αδήλωτά σου.

Τη Χρυσούλα Διαβάτη έπιασε κάποια στιγμή το αφτί μου που τους έβρισε και τους έκλεισε κατάμουτρα το τηλέφωνο, αλλά επειδή από τσίπα δεν υπήρχε περίσσευμα, ακόμα και αυτό, αντί να ντραπούν και να το κόψουν, το μετέδωσαν. Βάλε τον διάσημο να παίζει ακόμα και αν μας βρίζει. Δεν μας φτύνουν, ψιχαλίζει.

Ρωτούσε η μία αλήτισσα τα αλητάκια του πάνελ της: «Η σορός είναι ακόμα στο σπίτι;». Εννοώντας να περιμένουμε κι άλλο με την κάμερα ανοιχτή ή τζάμπα ο κόπος; Και άρχιζαν μετά τις αναλύσεις τους με όλο το βάθος της εγκεφαλικής τους μήτρας: «Προφητικός ο Νίκος, είχε δηλώσει πως τρία πράγματα φοβάται: τη φυλακή, τη μοναξιά και τον θάνατο. Και τα έπαθε και τα τρία». Ναι, γιατί εσύ, κουκλίτσα μου τηγανισμένη, που το Ηθών κόβει ράβει τον φάκελό σου μην πάρεις μαζί σου και κανέναν αθώο, δεν είσαι μόνη με τόσους πελάτες, ούτε θα πας από θάνατο, εφόσον σου έχουν ταριχεύσει πρόωρα μυαλό και συναίσθημα και ηθική, για να μπορείς να ασχημονείς και να αλητεύεις ακόμα και σαν μούμια, με περίσσια χάρη πάνω στα πεθαμένα ξένων ανθρώπων.

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2008

Γιάννης Πετρίδης

Εδώ και αρκετό καιρό ήθελα να κάνω ένα post για τον Γιάννη Πετρίδη αλλά όλο το ανέβαλλα. Ο λόγος ήταν ότι θα ’θελα να μπορέσω να περιγράψω τι νιώθουμε όλοι εμείς που μεγαλώσαμε ακούγοντας τη φωνή του κάθε απόγευμα από τις 4 στις 5 εδώ και 30+ χρόνια και είχα πάντα την αίσθηση πως ό,τι και να γράψω θα ήταν λίγο.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον άκουσα. Πρέπει να ήταν γύρω στο 1978. Ο πατέρας μου, καλή του ώρα, με κάθισε μπροστά σε ένα ραδιοφωνάκι της εποχής και μου είπε: «Κάθισε να ακούσεις. Θα σου αρέσει....». Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι να άκουσα από την εκπομπή του ήταν το “Banana Boat Song” από τον Harry Belafonte (δείτε εδώ μια εκτέλεση του από τον ίδιο στο Muppet Show).

Θυμάμαι μερικά χρόνια αργότερα να στήνομαι στο ραδιόφωνο στο Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ, περιμένοντας να τελειώσουν οι αναγγελίες του Ερυθρού Σταυρού (ναι, ναι για μία ώρα αν θυμάμαι καλά άκουγες για εξαφανισμένα άτομα και διάφορα τέτοια), για να ακούσω τις καινούργιες κυκλοφορίες από Αγγλία και Αμερική, τα Top 10, καθώς και τις απίστευτες ιστορίες που έφτιαχνε ο Γιάννης συνδυάζοντας τραγούδια 2 ή 3 δεκαετιών. Είναι λίγο δύσκολο να καταλάβουν οι νεώτεροι τι πρόσφερε η συγκεκριμένη εκπομπή σε μια εποχή που φυσικά δεν υπήρχε Internet, τα τηλεοπτικά κανάλια ήταν μόνο 2 (και αυτά κρατικά) στο δε ραδιόφωνο ψάχναμε στους πειρατικούς σταθμούς για να ακούσουμε κάτι σύγχρονο (ενδιαμέσως των αφιερώσεων).

Θυμάμαι την εποχή που οι ιθύνοντες του κρατικού ραδιοφώνου «ψαλίδισαν» την εκπομπή του (από καθημερινή, σε 3 φορές την εβδομάδα – «Μέρα παρά Μέρα» έγινε τότε ο τίτλος της) με το πρόσχημα ότι προέβαλλε την αμερικάνικη κουλτούρα και ιδεολογία. Ήταν βλέπετε η εποχή του «Κάτω οι Βάσεις του θανάτου» και του «Έξω από την ΕΟΚ και έξω από το ΝΑΤΟ».

Θυμάμαι ότι μας ζήτησε να τηλεφωνήσουμε στην εκπομπή του (όταν πάρθηκε η απόφαση να ξαναγίνει καθημερινή) και να του πούμε ποιος πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει ο τίτλος της. Δεν τηλεφώνησα, αλλά όταν ανακοίνωσε πως ο τίτλος θα ήταν «Από τις 4 στις 5» ένοιωσα πως του τον είχα προτείνει εγώ.

Θυμάμαι την πρώτη κασέτα που κέρδισα από διαγωνισμό της εκπομπής. Την έχω φυσικά ακόμα. Ήταν μία promo κυκλοφορία με πρωτοεμφανιζόμενα συγκροτήματα εκείνης της περιόδου. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την χαρά μου.

Θυμάμαι πολλά ακόμα... Άλλωστε δεν είναι λίγα 30 χρόνια. Θα μπορούσα να γράφω ώρες για πράγματα που μου έχουν συμβεί όλα αυτά τα χρόνια και τα έχω συνδέσει με τη συγκεκριμένη εκπομπή.

Τα τελευταία χρόνια τον ακούω όποτε μπορώ. Και είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο ότι πολλές φορές στο άκουσμα κάποιου νέου ονόματος ή κάποιου νέου τραγουδιού που μεταδίδει νιώθω την ίδια έξαψη και τον ίδιο ενθουσιασμό που ένιωθα και στην εφηβεία μου. Και βέβαια το Internet και τα blogs έδωσαν επιτέλους σε όλους εμάς τους ανώνυμους ακροατές του μια ευκαιρία να μιλήσουμε για τον ίδιο και την εκπομπή του και να του εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας για όσα μας έχει δώσει όλα αυτά τα χρόνια. Δείτε για παράδειγμα ένα παλιότερο post του enteka (11 λόγοι για τους οποίους ακούω Πετρίδη), δείτε την κασέτα και το κείμενο του MacManus, ή την άποψη που έχει για αυτόν ένας αξιόλογος συνάδελφος του στην ΕΡΤ.

Όσοι δεν τον ξέρετε, αγοράστε τα βιβλία του, μπείτε στο blog του, και πάνω από όλα ακούστε τον κάθε μεσημέρι 4 - 5 στην ΝΕΤ και 5.15 – 6.15 στο Τρίτο Πρόγραμμα και κάθε Κυριακή απόγευμα (7-8) στο Δεύτερο Πρόγραμμα στο «Ράδιο Νοσταλγία» (εδώ υπάρχουν ηχογραφημένες οι εκπομπές του με το αφιέρωμα στις χρονιές 1955 – 1970).

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

Bo Diddley R.I.P

Πέθανε ο θρυλικός κιθαρίστας των μπλουζ Μπο Ντίντλεϊ. Ο βραβευμένος με Γκράμι μουσικός απεβίωσε μετά από καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στη Φλόριντα των ΗΠΑ.
Η υγεία του ήταν βεβαρημένη, μετά από καρδιακό επεισόδιο που είχε υποστεί τον Αύγουστο του 2007, ενώ τρεις μήνες νωρίτερα είχε υποστεί εγκεφαλικό που του στέρησε την ικανότητα να μιλάει.
Ο Μπο Ντίντλεϊ είναι δημιουργός επιτυχιών όπως τα «Who Do You Love» και «Μona» και τιμήθηκε με βραβείο Γκράμι για τη συνολική πορεία του στον χώρο της μουσικής.
Γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη και σε μικρή ηλικία μετακόμισε στο Σικάγο, ενώ μυήθηκε στην παράδοση των γκόσπελ και των μπλουζ, στις μουσικές του Νατ Kινγκ Kόουλ, του Kαμπ Kαλογουέι και του Τζον Λι Χούκερ.
Σε συγκρότημα εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1945 και δέκα χρόνια μετά ηχογράφησε το πρώτο του σιγνκλ με τίτλο «Bo Diddley/Ι'm a man», το οποίο ήταν η αρχή της καριέρας του.
Ο τρόπος που έπαιζε κιθάρα επηρρέασε πολλά σημαντικά ονόματα της ροκ σκηνής, ανάμεσά τους τον Τζίμι Χέντριξ.

(Πηγή: www.in.gr)