Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

50 χρόνια των CMA Awards (Country Music Association Awards)

Θα το βάλω κι εγώ εδώ όπως το γράφουν σήμερα όλα τα ειδησεογραφικά sites γιατί αγαπώ την country παρότι δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα μαζί της σε αυτό το blog.
------------------------------------------------------
Μπλέικ Σέλτον, Μιράντα Λάμπερτ, Γουίλι Νέλσον, Ντόλι Πάρτον, Κιθ Ούρμπαν, Κάρι Άντεργουντ και 25 ακόμη τραγουδιστές της κάντρι ενώνουν τις δυνάμεις τους για να γιορτάσουν τα 50 χρόνια των CMA Awards (Country Music Association Awards).
Σε ένα μουσικό βίντεο τραγουδιστές της κάντρι της νέας και της παλαιότερης γενιάς ερμηνεύουν τρία από τα γνωστότερα τραγούδια του συγκεκριμένου μουσικού είδους, «Take Me Home, Country Roads», «On The Road Again» και «I Will Always Love You».
Παραγωγοί του μουσικού βίντεο είναι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Κάντρι Μουσικής (CMA) και o βραβευμένος από την CMA, μουσικός παραγωγός, συνθέτης και τραγουδιστής, Σέιν ΜακΆναλι.
«Δεν νομίζω ότι ένα τραγούδι θα μπορούσε να αποδώσει όλη τη μουσική, γι αυτό σκέφτηκα να κάνω ένα μουσικό mashup από κάποια τραγούδια και να τα συνδυάσω», δήλωσε ο βραβευμένος με Grammy σκηνοθέτης του μουσικού βίντεο «Forever Country», Τζόσεφ Καν στο CNN.

«Μου είπαν ότι ποτέ δεν πρόκειται να λειτουργήσει. Πρότεινα κάτι τρελό και ο Σέιν ΜακΆναλι το έκανε πραγματικότητα», πρόσθεσε.
Ο ΜcAnally έχει γράψει τα τελευταία χρόνια πολλές επιτυχίες, συμπεριλαμβανομένου του «Mama’s Broken Heart» της Λάμπερτ το 2011.
«Πραγματικά είναι σαν να μπαίνω μέσα σε ένα όνειρο μαζί με όλους τους ήρωές μου», είπε ο ΜακΆναλι.
«Δεν μπορώ να βλέπω το βίντεο χωρίς να κλαίω. Θυμάμαι ότι παρακολουθούσα τα βραβεία CMA από τότε που ήμουν πέντε ετών και το να βλέπω όλα τα πρόσωπα, να ακούω όλες τις φωνές μαζί, είναι ονειρικό», ανέφερε.




Η κάντρι είναι είδος αμερικάνικης λαϊκής μουσικής που ξεκίνησε από τις αγροτικές περιοχές των νοτίων Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στη δεκαετία του 1920. Οι ρίζες της βρίσκονται στην παραδοσιακή μουσική της Ιρλανδίας, Σκωτίας και Αγγλίας.
Περιλαμβάνει μπαλάντες και χορευτικά κομμάτια με γενικά απλές φόρμες και αρμονίες. Το 2009 η κάντρι ήταν το πιο δημοφιλές είδος μουσικής κατά τη βραδινή ραδιοφωνική ώρα αιχμής και το δεύτερο πιο δημοφιλές κατά την πρωινή ραδιοφωνική ώρα αιχμής στις ΗΠΑ.
Η τελετή απονομής των βραβείων CMA θα μεταδοθεί ζωντανά από το ABC στις 2 Νοεμβρίου.
Για μία ακόμη χρονιά παρουσιαστές θα είναι οι τραγουδιστές της κάντρι Κάρι Άντεργουντ και Μπραντ Πέσλεϊ.


Πηγή: Ολα τα αστέρια της κάντρι μουσικής σε ένα clip [βίντεο] | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/290795/ola-ta-asteria-tis-kantri-moysikis-se-ena-clip-vinteo#ixzz4LRQaIplZ

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Todays music (part 2)

Συνεχίζω με το δεύτερο μέρος της λίστας των τραγουδιών που μου αρέσει να ακούω σήμερα.

9. My Trigger - Miike Snow



Τον Μάρτιο του 2016 κυκλοφόρησε το τρίτο τους album όπου υπάρχει και το "My Trigger"

  10. Dark Necessities - Red Hot Chili Peppers




Καλά αυτοί είναι παλιοί αγαπημένοι χαίρομαι όμως που συνεχίζουν το ίδιο δυναμικά.

11. Elizabeth Taylor - Clare Maguire



Stranger Things Have Happened λέγεται το δεύτερο της album που κυκλοφόρησε τον Μάϊο.


12. Call on me - Starley





Καινούργιο κι αυτό, ανάλαφρο και ωραίο. Το καλοκαίρι μπορεί να τέλειωσε αλλά με τη μουσική μπορείς να το 'χεις στα αυτιά σου όποτε εσύ θέλεις.

13. Don't You Know - Kungs


Ένας Γάλλος Dj με έναν Άγγλο τραγουδιστή. Γαλλοβρετανική συνεργασία λοιπόν. Και αυτό κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2016.

14. Waste a Moment - Kings of Leon


Αυτοί πάλι τι θεωρούνται; Παλιοί ή καινούργιοι; Για τα δεδομένα του blog δεν πάλιωσαν ακόμα.

15. Her Life - Two Feet



Μέσα από το 4 tracks EP "First Steps"


16. 7 Years Old - Lukas Graham





Αυτό νομίζω το ξέρετε όλοι. Εξακολουθεί να μου αρέσει.


17. Black Car - Leon Else




Τελευταίο αλλά πανέμορφο. Από τον Βρετανό τραγουδοποιό Leon Else. Κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Todays music (part 1)

Επειδή βαρέθηκα να ακούω ότι στις μέρες μας δεν βγαίνει καλή μουσική και επειδή έχω πολύ καιρό να κάνω μια ανάρτηση με καινούργια (για τα δεδομένα του blog) τραγούδια, αποφάσισα να σας δώσω ένα δείγμα από αυτά που μου αρέσει να ακούω σήμερα. Τα περισσότερα είναι τραγούδια που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2016 και όπως θα δείτε (ακούσετε) καλύπτουν ένα αρκετά ευρύ μουσικό φάσμα.

1. Sleepwalking Man - Silvert Hoyem




Ο -αγαπημένος στην Ελλάδα- τραγουδιστής των Matrugada μέσα από το πέμπτο προσωπικό του άλμπουμ Lioness.

2. Wrong Kind of War - Imany




To ομώνυμο άλμπουμ της Imany κυκλοφόρησε στις 26 Αυγούστου του 2016.

3. Human - Rag 'n Bone Man




Αυτός είναι καινούργιος. Το άλμπουμ δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Αυτό είναι το πρώτο του single.

4. The Way it was - Coast Modern




Καινούργιο από το indie pop ντουέτο από το Los Angeles.

5. Low Life - X Ambassadors




Αυτοί πάλι είναι από την Νέα Υόρκη. Μου άρεσε ιδιαίτερα ο ήχος τους.

6. Beautiful Life - Lost Frequencies




Από το Βέλγιο ένας ακόμα Dj με ήχο που εμένα τουλάχιστον μου θύμισε Moby.

7. Bird Set Free - Sia




Κυκλοφόρησε στα τέλη του 2015. Υπάρχει στο άλμπουμ This Is Acting.


8. Ride - Twenty One Pilots





Κι αυτό από τα τέλη του 2015. Μέσα από το τέταρτο άλμπουμ τους Blurryface.


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Spare Parts

Είδα σήμερα την περσινή ταινία "Spare Parts" που βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία που έγινε γνωστή από ένα άρθρο του Wired Magazine με τίτλο "La Vida Robot" του Joshua Davis.


Η ταινία αφηγείται την πορεία μιας ομάδας μαθητών σε ένα υποβαθμισμένο σχολείο -στο οποίο φοιτούν κυρίως Λατινοαμερικανοί- από τον σχηματισμό της, μέχρι τη στιγμή που κερδίζουν την πρώτη θέση στον διαγωνισμό υποβρύχιας ρομποτικής MATE ROV competition του 2004.


Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία που δεν ποντάρει στον εύκολο εντυπωσιασμό αλλά κυρίως στο συναίσθημα. Πιστεύω ότι θα αγγίξει ευαίσθητες χορδές ειδικά σε όσους βρίσκονται στο χώρο της εκπαίδευσης.

Ακολουθούν η περιγραφή και το βασικό cast της ταινίας (από το  IMDB):

Four Hispanic high school students form a robotics club. With no experience, 800 bucks, used car parts and a dream, this rag tag team goes up against the country's reigning robotics champion, MIT.


Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Streets of London

Με ένα τραγούδι του 1969 θα σας ευχηθώ καλή εβδομάδα.


Το "Streets of London" του Ralph McTell υπήρχε στο album Spiral Staircase.
Η ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι ο McTell δεν συμπεριέλαβε το τραγούδι στο πρώτο του album Eight Frames a Second, καθώς το θεώρησε καταθλιπτικό. Έπρεπε να τον πιέσει ο παραγωγός του Gus Dudgeon για να το κυκλοφορήσει το 1969 στο δεύτερο του album.


Αυτό λοιπόν το τραγούδι, έμελλε να μείνει ως η μοναδική μεγάλη επιτυχία του φτάνοντας στο #2 στο UK singles chart, με πωλήσεις της τάξης των 90,000 δίσκων σε μια μέρα. Το "καταθλιπτικό" αυτό τραγούδι του έδωσε επίσης το 1974 το Ivor Novello Award. 

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Lionel Ritchie

Ο Lionel Brockman Richie, Jr. (γεννημένος στις 20 Ιουνίου του 1949) έγινε αρχικά γνωστός ως ένα από τα μέλη του θρυλικού συγκροτήματος Commodores (από το 1968).

Εγώ θα ήθελα να σταθώ περισσότερο στην solo πορεία του που ξεκίνησε το 1982 με το άλμπουμ που είχε για τίτλο το όνομα του και περιείχε 3 μεγάλες επιτυχίες της εποχής, το "Truly", το "You Are" και το "My Love". Η συνέχεια ήρθε ένα χρόνο αργότερα με το album Can't Slow Down, που είχε τρομακτική απήχηση και κέρδισε 2 Grammy Awards. Μεγάλες επιτυχίες όπως το "All Night Long" ή το "Hello" που μου έδωσε την αφορμή για αυτήν την ανάρτηση υπήρχαν στο άλμπουμ αυτό.




Το 1985, γράφει και ερμηνεύει το "Say You, Say Me" στο soundtrack της ταινίας White Nights που κερδίζει και το Oscar της συγκεκριμένης χρονιάς. Το τραγούδι περιλαμβάνεται και στο άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1986  Dancing on the Ceiling.




Μετά το 1987 απομακρύνεται από τη μουσική του καριέρα καθώς ο πατέρας του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας.
Επιστρέφει στα μουσικά πράγματα (μετά το θάνατο του πατέρα του) το 1992 και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι ενεργός χωρίς όμως να μπορέσει να επαναλάβει την επιτυχία που είχε την δεκαετία του '80.



Όλη η δισκογραφία του ακολουθεί:

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Ζωή

Το διάβασα στην εισαγωγή του βιβλίου "Νύχτες με αχνό φεγγάρι" του Γιάννη Πιτσιώρα και μου άρεσε:
Μου 'λεγαν κάποτε ότι τη ζωή μας την κινεί η μοναξιά και δεν το πίστευα. Ο άνθρωπος είναι πλάσμα κοινωνικό, έλεγα. Ψέμα. Μια μικρή γυαλιστερή αυταπάτη. Η ψύχα της ψυχής μας είναι η μοναξιά και μόνο. Δε φιλιώνουμε πραγματικά με τους ανθρώπους μήτε συγγενεύουμε. Στο βάθος είμαστε πάντοτε όλοι ξένοι. Παράταιροι. Διαφορετικοί. Ζούμε μαζί τις παράλληλες μοναξιές μας. Κάπου παλεύουμε, κάπου νομίζουμε ότι κερδίζουμε, ότι βγαίνουμε νικητές. Αδύνατο. Παράλογο.
Φαντάζομαι ότι πολλοί διαφωνείτε, αλλά έτσι είναι αυτά. Να μην αναφερθώ στη γνωστή ρήση για τις απόψεις.

Καλή σεζόν!

Update 1/9/2016: Χωρίς να το καταλάβω όταν το έκανα, αυτή είναι η 500η ανάρτηση αυτού του blog. Μου άρεσε που αυτό έγινε σε μια ανάρτηση που δεν έχει σχέση με τη μουσική. Άντε, να είμαστε γεροί και να τα χιλιάσουμε!!!

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Πανσέληνος με τους String Demons στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Λοιπόν, είχα πολύ καιρό να ενθουσιαστώ σε μια "συναυλία". Και βάζω τη λέξη σε εισαγωγικά γιατί δεν ξέρω αν περιγράφει ακριβώς αυτό που κάνουν οι String Demons επί σκηνής.
Φαντάζομαι ότι θα ρωτήσετε: ποιοι είναι οι String Demons;


Αντιγράφω από το site τους (http://stringdemons.gr/) :

Οι ‘’String Demons’’ έχουν ξεκινήσει από την Αθήνα την περιπέτεια τους στον κόσμο στέκοντας ήδη πανάξια δίπλα στα κορυφαία ξένα σχήματα του είδους τους.
Τα δύο αδέλφια από την Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος και η Λυδία Μπουντούνη προκαλούν με το τολμηρό και εντυπωσιακό τους πρόγραμμα τους μια ανεπανάληπτη μουσική εμπειρία.
Από το Παραδοσιακό στο Κλασσικό, από το Heavy Metal στο Λαϊκό, από τους Εκκλησιαστικούς Ύμνους στο Ρεμπέτικο στο Rock…και όπου φτάνει η μουσική με θετική ενέργεια, τρέλα, ρυθμό, κρουστά τύμπανα και Έγχορδα…!!!Το “δαιμόνιο” πρόγραμμά τους το συμπληρώνουν με κομμάτια από τον καινούργιο δίσκο τους που θα κυκλοφορήσει στο εξωτερικό. Ήδη κυκλοφορεί ένα πρώτο mini album (E.P) από την FM Records προάγγελος του επερχόμενου με τίτλο το όνομα τους. Μέσα στο 2016 θα κυκλοφορήσει ένα ακόμα album από τις sold out εμφανίσεις τους με τις “100 Κιθάρες” στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 23&24 Οκτωβρίου του 2015.

 Τι μου άρεσε χθες (18/08/2016) στην εμφάνιση τους στο Βυζαντινό Μουσείο:

  • Ο χώρος. Νομίζω ότι η μουσική τους "έδενε" άψογα με το περιβάλλον.
  • Ο αψεγάδιαστος ήχος. Χωρίς πολλά decibel, ήταν καθαρός και ταυτόχρονα ακατέργαστος.
  • Το πάθος τους (ειδικά του Κωνσταντίνου) όταν ερμήνευαν τα κομμάτια τους.
  • Η νεανική τρέλα και η καλή τους διάθεση στην προσπάθεια τους να επικοινωνήσουν με ένα ετερόκλητο κοινό που -κατά βάση- δεν ήξερε τι έχει πάει να ακούσει.   



 Και επειδή δεν είμαι τόσο καλός στα λόγια, διαβάστε και την κριτική της Πίτσας Στασινοπούλου από μια παλιότερη εμφάνιση τους (από το site www.kulturosoupa.gr).

Είναι δυνατόν δυο «δαίμονες» να σε μεταφέρουν σε μουσικό παράδεισο με το αγγελικό τους παίξιμο; Δυο «δαίμονες» φορτωμένοι νιάτα, ταλέντο και χαρίσματα να σου προσφέρουν μια… κολασμένα μαγική βραδιά; Είναι και παραείναι, όταν πρόκειται για τα αδέλφια Κωνσταντίνο και Λυδία Μπουντούνη, το «δαιμονικό» ντουέτο εγχόρδων «String Demons», που είχαμε την ευτυχία να απολαύσουμε – με όλη τη σημασία του όρου- στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, σε μια μοναδική συναυλία για το κοινό της πόλης. Παρότι μετρούν λιγότερο από δύο χρόνια ως «επίσημο» γκρουπ, είναι φανερό από τη μαζική προσέλευση αλλά και τις αντιδράσεις του κοινού, ότι διαθέτουν φανατικούς θαυμαστές και βέβαια το δικαιούνται τόσο… κι άλλο τόσο… κι άλλο τόσο! Διότι είναι δυο καλλιτέχνες ξεχωριστοί, πλασμένοι θαρρείς γι αυτό που κάνουν, με έναν εντελώς δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο.
Με το σβήσιμο των φώτων, την ατμοσφαιρική μουσική υπόκρουση, τη «σκοτεινή» εμφάνιση του Κωνσταντίνου στη σκηνή, αμέσως είχες την αίσθηση ότι κάτι «διαφορετικό» συμβαίνει εδώ, έξω από συμβατικά καλούπια, μέχρι τη θεαματική, φωτεινή είσοδο της Λυδίας μέσα από το κοινό, παίζοντας «δαιμονικά» το βιολί της. Η οποία αφού περιηγήθηκε παίζοντας ανάμεσα στους θεατές, ανέβηκε στη σκηνή για να ενωθεί με το βιολοντσέλο του Κωνσταντίνου και να αρχίσει η μουσική πανδαισία που μας συνεπήρε, με εναρκτήριο τραγούδι «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν»… Στη φωτισμένη πια σκηνή, από άποψη θέασης, είχαμε την ευκαιρία να δούμε δυο «όμορφα νιάτα» με λαμπερά πρόσωπα, δυο καλλιτέχνες με χαριτωμένο, νεανικό στυλάκι, σε έναν επιτυχημένο συνδυασμό χιούμορ, ελευθερίας και στυλιστικής άποψης.
Από πλευράς ακούσματος… λυπούμαστε, αλλά ό,τι κι αν μεταφέρουμε είναι λίγο και αδυνατεί να αποδώσει τη ζωντανή απόλαυση των αισθήσεων! Η οποία απόλαυση επήλθε από ένα δυνατό συνταίριασμα πολλών παραγόντων, με επίκεντρο πάντα τη μαγεία της μουσικής, όπως αυτή προέκυψε από δύο «διαβολικά» έγχορδα. Που στα χέρια δύο σπουδαίων δεξιοτεχνών με δάχτυλα που πετούσαν- λες και δεν άγγιζαν τις χορδές, πήραν φωτιά και απογείωσαν τον ήχο στα ύψη! Πέραν όμως της δεδομένης δεξιοτεχνίας δύο μουσικών που παρά το νεαρό της ηλικίας τους, μετρούν ήδη μπόλικες περγαμηνές στα βιογραφικά τους, ένα στοιχείο που πραγματικά εντυπωσίασε ήταν ο σχεδόν απίστευτος συγχρονισμός μεταξύ τους, με ακρίβεια τόσο αξιοθαύμαστη, σαν να έπαιζε ένας άνθρωπος ταυτόχρονα τα δύο όργανα με… τέσσερα χέρια! Συντονιζόμενοι σχεδόν με την ανάσα και το βλέμμα, κάτι που προϋποθέτει ατέλειωτες ώρες κοινού παιξίματος, από δύο ανθρώπους σε τόσο στενή επαφή που γίνονται «ένα».
Το δεύτερο που εντυπωσίασε, πέραν της άρτιας εκτέλεσης, ήταν η φαντασία στις διασκευές και μείξεις ετερόκλητων τραγουδιών, όπου ένας συμβατικός νους δεν μπορεί να φανταστεί ας πούμε τον Χατζηδάκη σε συνδυασμό με ροκ ή πολύ περισσότερο τα… εκκλησιαστικά εγκώμια με χέβυ μέταλ! Ωστόσο η δημιουργική φαντασία των δύο καλλιτεχνών κατάφερε να τα συγκεράσει «διαβολικά» σε ένα μουσικό αποτέλεσμα υψηλής αισθητικής, με παρόντα τον εμβληματικό ήχο του πρωτότυπου και αποδοσμένον εξαιρετικά μέσα από έγχορδες ενορχηστρώσεις. Οι οποίες ενισχύθηκαν στο κομμάτι του ρυθμού με κρουστά και κυρίως με «μπότα» στα πόδια του Κωνσταντίνου, προσθέτοντας ένταση και δυναμικό, ρυθμικό τέμπο στα ακούσματα, ως καθοριστικό- γοητευτικό συνοδευτικό των μελωδιών. Θαυμάσαμε τον τρόπο που διασκευάστηκαν ευφάνταστα με ταλέντο, γνώση και σεβασμό, χαρακτηριστικά κομμάτια μεγάλων δημιουργών σαν «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», «Της αγάπης αίματα», «Τα καβουράκια», τραγούδια των Μ. Χατζηδάκη και Μ. Χιώτη, παραδοσιακά σαν το θρακιώτικο «Λιανοχορταρούδια»…
Ωστόσο η μουσική περιήγηση δεν αρκέστηκε στα «εγχώρια», μας ταξίδεψε από το ρόκ μέχρι την κλασική μουσική ( με έναν υπέροχο Βιβάλντι) και βέβαια σε δικές τους συνθέσεις που χαρακτηρίζονται από κάτι πολύ σημαντικό για έναν δημιουργό: έχουν διακριτή ταυτότητα και προσωπικό στίγμα, με έναν εξαιρετικό συνδυασμό ατμοσφαιρικής μελωδίας, εμπνευσμένης εκτέλεσης και ρυθμού, σαν το τραγούδι του «λυράρη που από την κορυφή του Ολύμπου παίζει για την μακρινή αγαπημένη του» ή σαν το απρόβλεπτο «Βίος και… αλητεία ενός πολιτικού» που συνοδεύτηκε στη σκηνή από «θεατράλε» πρόζα/ αφήγηση… Όλα τούτα σε ένα πρόγραμμα σοφά δομημένο από άποψη επιλογών, άρτια εκτελεσμένο σε καλλιτεχνικό επίπεδο και επιπλέον εξαιρετικά «σκηνοθετημένο», παρόλο που δεν διαβάσαμε πουθενά περί… σκηνοθεσίας.
Και ίσως το τελευταίο έκανε τη θεαματική διαφορά από παρόμοιες συναυλίες μικρών συμφωνικών σχημάτων που περιορίζονται σε άψογες μεν, αλλά στατικές και «στεγνές» μουσικές εκτελέσεις μέσα σε πλαίσια εντελώς συμβατικά. Διότι εν προκειμένω, δίπλα στη δεξιοτεχνία των εγχόρδων, τη φαντασία των διασκευών, τα υπέροχα ακούσματα, ήρθαν να προστεθούν η ευρηματικότητα και έντονη επικοινωνία που ολοκλήρωσαν την απόλαυση της βραδιάς. Ιδιαίτερα ο ομιλητικότατος Κωνσταντίνος, ήταν μια πραγματική αποκάλυψη όσον αφορά στη σκηνική του άνεση, την αμεσότητα επικοινωνίας, το πηγαίο χιούμορ, τις απολαυστικές ατάκες προλογίζοντας ή σχολιάζοντας τα κομμάτια και όχι μόνο, «παίρνοντας» από τα πρώτα λεπτά το κοινό μαζί του, σε μια διαρκή ανταλλαγή ενέργειας και ζωντάνιας εκατέρωθεν.
Ένας χαρισματικός, όχι μόνο μουσικός αλλά και περφόρμερ, μεταδίδοντας χειροπιαστά αυτό που λέμε «χαρά της τέχνης» με το πνεύμα ελευθερίας ενός αυθεντικού καλλιτέχνη, έξω από συμβάσεις ή στημένα καλούπια, με χιούμορ ευεργετικό και αθωότητα ενός μεγάλου παιδιού που όντως «παίζει», χωρίς ωστόσο να χάνει ποτέ την αίσθηση του μέτρου! Είπε πολλά χαριτωμένα, αλλά η ατάκα «Μπορείτε να μας βρείτε εύκολα στο διαδίκτυο… βέβαια χτυπώντας πρώτα το String θα σας βγάλει άλλα πράγματα, άσχετα με εμάς… εκείνα τα string είναι για άλλα όργανα!», έκανε το κοινό να ξεσπάσει σε αυθόρμητο γέλιο. Ή όταν ζητούσε να «σοβαρευτούμε», παίζοντας μια… κόρνα. Ή όταν «πείραζε» τη σιωπηλή Λυδία, η οποία δίπλα του ως ήρεμη δύναμη άφηνε το βιολί της να μιλήσει με στιγμές μουσικού παροξυσμού και η έντονη παρουσία της γέμιζε τη σκηνή αλλά και την πλατεία καταλυτικά, περιφερόμενη συχνά ανάμεσα στο κοινό. Αλλά και πάνω στη σκηνή, ελάχιστα παρέμεινε καθιστή, αντίθετα με ρυθμική κινησιολογία συνόδευε σταθερά το παίξιμό της, ενώ ο Κωνσταντίνος ζητούσε τη συμμετοχή μας σε φωνητικά… απειλώντας ότι «θα το πάμε μέχρι τις 2, αν δεν το καταφέρουμε!»
Το ελάχιστο που θα επισημαίναμε σε τεχνικό επίπεδο ήταν η ρύθμιση του ήχου, καθώς η ένταση του βιολοντσέλου συχνά κάλυπτε το βιολί στο ταυτόχρονο παίξιμο. Κατά τα άλλα, η σοβαρότερη ένστασή μας αφορά στο ότι… ΔΕΝ χορτάσαμε! Τα περίπου 80 λεπτά αποδείχθηκαν τελικά πολύ λίγα γι αυτό το θαυμάσιο βίωμα σε όλα τα επίπεδα και θέλαμε κι άλλο! Ένα θα πούμε: ΑΝ όλοι οι «δαίμονες» ήταν σαν τους συγκεκριμένους «έγχορδους», η… κόλαση θα ήταν μοναδικά παραδεισένια!
.
Τους ευχαριστούμε από καρδιάς και καρτερούμε γρήγορη επάνοδο!

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Stay



Το "Stay" είναι ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια doo-wop που ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά από τους Maurice Williams and the Zodiacs. Είναι μια σύνθεση του Williams και γράφτηκε το 1953 όταν ο Maurice Williams ήταν 15 χρονών.
Κυκλοφόρησε το 1960 και έφτασε στο νούμερο ένα των ΗΠΑ τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.
Η αρχική ηχογράφηση του "Stay" παραμένει ως το τραγούδι με την μικρότερη διάρκεια (1 λεπτό και 36 δευτερόλεπτα) που έφτασε στην κορυφή του Αμερικάνικου chart.
Τη δεκαετία του '80 το ξαναθυμηθήκαμε  λόγω της συμμετοχής του στο soundtrack του Dirty Dancing.
Δείτε (και κυρίως ακούστε) και κάποιες από τις πιο γνωστές διασκευές του:








Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

When a Man Loves a Woman


Το "When a Man Loves a Woman" είναι μια σύνθεση των Calvin Lewis και Andrew Wright και ηχογραφήθηκε το 1966 από τον Percy Sledge στο Norala Sound Studio του Sheffield, Alabama. Η επιτυχία δεν άργησε να έρθει και το τραγούδι έγινε #1 τόσο στο Billboard Hot 100 όσο και στο αντίστοιχο chart της R&B. Η Bette Midler το διασκεύασε το 1980 ενώ 11 χρόνια αργότερα -το 1991- ο Michael Bolton κατάφερε να το ξαναφέρει στην κορυφή με την δική του ερμηνεία.



Tο τραγούδι γνώρισε την επιτυχία και στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο κατά την πρώτη του κυκλοφορία τον Απρίλιο του 1966  (έφτασε μέχρι το #4) όσο και 21 χρόνια αργότερα -το 1987- όταν χρησιμοποιήθηκε σε ένα διαφημιστικό των Levi's Jeans.

Όπως θα ξέρετε όσοι με διαβάζετε τακτικά, χρησιμοποιήθηκε επίσης και στο soundtrack της ταινίας "The Big Chill" (Δείτε εδώ τη σχετική ανάρτηση). 



Έχει διασκευαστεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Μερικά από τα ονόματα που το έχουν διασκευάσει κατά καιρούς ακολουθούν:
Esther Phillips (1966)
The Spencer Davis Group (1966)
Burton Cummings (1978)
Kenny Rogers (1996)
Jerry Butler
Jerry Lee Lewis
Art Garfunkel

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Πουλιά και ... ύπνος

Δεν σας έχω συνηθίσει σε τέτοιου είδους αναρτήσεις αλλά η παρακάτω είδηση μου έκανε κλικ.

Διαβάστε την:

Δόθηκε τελικά η απάντηση στο ερώτημα πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα του ύπνου τα πουλιά που ταξιδεύουν για ημέρες, εβδομάδες, ή και μήνες. Υπήρχε πάντα η υποψία από τους επιστήμονες ότι, στις μεγάλες πτήσεις τους, τα πτηνά κοιμούνται στον αέρα. Σύμφωνα λοιπόν  με τα πορίσματα μιας γερμανο-ελβετικής έρευνας η υποψία αυτή επιβεβαιώνεται.
Τα πτηνά φρεγάτες, στη συμπεριφορά των οποίων βασίστηκε η έρευνα,  που πετούν για καιρό πάνω από τους ωκεανούς σε αναζήτηση τροφής, κοιμούνται εν πτήσει με διάφορους τρόπους, είτε μόνο με το ένα εγκεφαλικό ημισφαίριο τη φορά (εναλλάξ), είτε πιο σπάνια και με τα δύο ταυτόχρονα, οπότε κάνουν πιο βαθύ ύπνο.
Για την καταγραφή των αλλαγών στον εγκέφαλο των πουλιών, οι επιστήμονες ανέπτυξαν μια μικρή συσκευή ηλεκτρομυογραφήματος. Τα πουλιά φρεγάτες ζουν στα νησιά Γκαλαπάγκος. Στο πλαίσιο της έρευνας καταγράφηκε το ταξίδι που έκαναν για δέκα μέρες σε αποστάσεις περίπου 3.000 χιλιομέτρων. Το GPS της συσκευής κατέγραφε τις πτήσεις τους, παράλληλα με την κατάσταση του εγκεφάλου τους και το κατά πόσο κοιμούνταν.
Μεταξύ άλλων, αποδείχθηκε ότι τα πουλιά, ακόμη κι όταν κοιμούνται και με τα δύο ημισφαίριά τους, δεν χάνουν τον αεροδυναμικό έλεγχό τους και έτσι δεν πέφτουν από τον ουρανό. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι τα πουλιά εν πτήσει όχι μόνο κοιμούνται, αλλά δεν αποκλείεται να βλέπουν και…όνειρα, αφού καταγράφηκαν στον εγκέφαλό τους φάσεις REM (γρήγορης κίνησης των κλειστών ματιών).
Και που πήγε το διεστραμμένο μυαλό μου μετά την ανάγνωση της είδησης; Μα φυσικά στην παρακάτω αριστουργηματική ταινία του μετρ που με έχει στοιχειώσει από τότε που την πρωτοείδα.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

I Guess That's Why They Call It the Blues

Διάλεξα να σας πω Καλό Μήνα με ένα τραγούδι που εμένα τουλάχιστον με δροσίζει καθώς μου θυμίζει τις "χειμωνιάτικες" ντισκοτέκ της δεκαετίας του '80.


Το συγκεκριμένο τραγούδι κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1983 και υπήρχε στο allbum Too Low for Zero του Elton John. Έφτασε μέχρι το #5 στο UK chart και το #4 στο US chart όπου η επιτυχία σημειώθηκε 6 μήνες αργότερα από την αρχική του κυκλοφορία. Επίσης, ακούγεται στην ταινία Peter's Friends του 1992.
Σχετική επιτυχία γνώρισε και η live εκτέλεση του τραγουδιού από την Mary J. Blige και τον Elton John που την βρίσκει κανείς στο EP Mary J. Blige & Friends. Έχει διασκευαστεί επίσης από τον James Blunt στο album BBC Radio 2: Sounds of the 80s. 
Σημαντική λεπτομέρεια: Στην ηχογράφηση του τραγουδιού, φυσαρμόνικα παίζει ο Stevie Wonder.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Χρόνος

Βικιπαίδεια: «Με τον όρο χρόνος εννοείται η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο.»

Αχ, αυτός ο χρόνος. Αδυσώπητος.

Έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε που για πρώτη φορά άφησα το πατρικό μου σπίτι στην Καβάλα και μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη. Και τώρα, ακριβώς 30 χρόνια μετά, βρίσκομαι και πάλι στην Καβάλα, στο ίδιο σπίτι, κάνοντας διακοπές (μαγική λέξη - διακόπτεις την καθημερινότητα για να ξαναγυρίσεις σε αυτήν -υποτίθεται- ανανεωμένος).

"Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν".

Που είσαι ρε Νίκο που μας το τραγουδούσες και το φωνάζαμε από μέσα μας και από έξω μας. 


Πόσα πρόσωπα αλλάζει ο χρόνος. Και πόσες εποχές περνάνε από πάνω του. Χιλιάδες μικρές φωτογραφίες, καρφιτσωμένες στης Κλωθούς το νήμα. Στιγμές αιωνιότητας, αποτυπώματα βαθειά, ξεθωριασμένα, ανεξίτηλα... Ο χρόνος είναι σχετικός. Πέντε λεπτά μπορεί να είναι πάρα πολύ ή πολύ λίγο. Πέντε λεπτά στον οδοντίατρο είναι ατέλειωτα. Πέντε λεπτά με τον καινούργιο σου έρωτα είναι ελάχιστα. Σε πέντε λεπτά ένας άνθρωπος ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά του εκατό φορές. 

Αυτά σκεφτόμουν όταν ξαφνικά εμφανίστηκε στην οθόνη του υπολογιστή μου η παρακάτω είδηση: 
Επιβεβαιώνεται και πειραματικά η θεωρία του Αϊνστάιν: ο χρόνος είναι σχετικός!
Επαληθεύτηκε μια βασική πρόβλεψη της θεωρίας της Ειδικής Σχετικότητας που είχε διατυπώσει ο Αϊνστάιν με μεγάλη ακρίβεια το 1905. Συγκεκριμένα, πειράματα σε έναν επιταχυντή σωματιδίων στη Γερμανία επιβεβαίωσαν ότι ο χρόνος κυλά πιο αργά σε ένα κινούμενο ρολόι συγκριτικά με ένα σταθερό.

Το 1905; Πάνω από ένας αιώνας πέρασε για να επιβεβαιωθεί και πειραματικά αυτό που όλοι ξέρουμε. Τελικά, η επιστήμη κινείται πιο αργά απ' όσο νομίζουμε.

Καλά να περάσουμε!

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Manhattan ... ο μόνιμος έρωτας μου!

Όχι δεν είναι μία εικόνα της Νέας Υόρκης που έχει προέλθει από προσομοίωση σε υπολογιστή. Πρόκειται για ένα 3D panorama, στην... επίπεδη του μορφή, το οποίο έχει συντεθεί από πολλαπλές λήψεις που έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια μίας βόλτας με ελικόπτερο.


Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά πανέμορφο, τόσο που ο Ρώσος φωτογράφος Sergey Semonov που υπέβαλλε την εικόνα στο διαγωνισμό Epson International Photographic Pano Awards κέρδισε μ' αυτήν την πρώτη θέση στην ερασιτεχνική κατηγορία.
Ο Semonov εργάζεται σε μία μικρή -μη εμπορική- ομάδα με την ονομασία AirPanoη οποία ταξιδεύει ανά τον κόσμο, δημιουργώντας 3D αεροφωτογραφίες. Πραγματοποιούν λήψεις από ελικόπτερα και μετά συνθέτουν τις εικόνες.
Στο site www.airpano.com, πέρα από θαυμάσιες εικόνες του Manhattan, θα βρείτε και άλλες εμβληματικές τοποθεσίες στη γη, όπως η Golden Gate Bridge, το Taj Mahal, τo Dubai, οι Άλπεις, αλλά και οι Πυραμίδες της Αιγύπτου.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

To CD πέθανε;

Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο του Φώντα Τρούσα από το lifo.gr (http://www.lifo.gr/articles/music_articles/108208)
γιατί σε συνδυασμό με τα σχόλια που υπήρχαν μέχρι τη στιγμή που κάνω αυτή την ανάρτηση, νομίζω ότι "φωτογραφίζουν" ευκρινώς την κατάσταση τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.
----------------------------------------------------------------------------------

Γιατί το CD είναι πια τόσο απαξιωμένο στην Ελλάδα, ενώ αλλού ζει και βασιλεύει;



Εμείς που μεγαλώσαμε με το βινύλιο, χαιρετίσαμε το CD (εκεί στα τέλη του ’80 και τις αρχές του ’90) ως μια νέα φόρμα, που θα ερχόταν όχι για να αντικαταστήσει το αγαπημένο πλαστικό, αλλά και για να το επεκτείνει. Κατά βάση ως ένα μέσο, στο οποίο θα ήταν δυνατόν να χαραχτούν περί τα 80 λεπτά μουσικής. Αυτό ήταν πολύ βασικό.   
Απολαύσαμε, με άλλα λόγια, άλμπουμ, τα οποία μάλλον ασφυκτιούσαν στα 40-45 λεπτά (χονδρικώς), που θα μπορούσαν να αναπαραχθούν στο τυπικό long play. Άλμπουμ τζαζ, αβαντγκάρντ, ηλεκτρονικής, πειραματικής, σύγχρονης κλασικής κ.λπ. – καθώς υπάρχουν και αυτά τα είδη, εκτός από το καθημερινό ποπ/ροκ τραγούδι.   .   
Περαιτέρω –και πέραν των καινούριων ψηφιακών παραγωγών– μας δόθηκε η ευκαιρία ν’ ανακαλύψουμε εκατοντάδες μουσικά διαμάντια, που είχαν τυπωθεί στο παρελθόν σε δυσεύρετους δίσκους, ενώ, πολλές φορές, εκείνες ακριβώς οι CD-reissues συνοδεύονταν από σπάνια ή και ανέκδοτα bonus tracks, χωρίς να αναφερόμαστε στις εντελώς ανέκδοτες ηχογραφήσεις ολάκερων long plays, που είδαν για πρώτη φορά το φως στην ψηφιακή εποχή. Ακόμη… να μη μιλήσουμε για κάποια συγκλονιστικά «κουτιά», κάτι απίστευτα box-sets (συχνά ιαπωνικής προέλευσης), που δρούσαν ως τα τέλεια αφιερώματα σε μουσικές σκηνές, events, συγκροτήματα ή καλλιτέχνες.   Όλα αυτά τα προσέφερε βασικά το CD, με κάποιο σοβαρό οικονομικό κόστος είναι αλήθεια στην αρχή –κανείς δεν θα ξεχάσει τις 7 και 8 χιλιάδες δραχμές που κόστιζαν τα «εισαγωγής» στα κεντρικά δισκοπωλεία της Αθήνας στο δεύτερο μισό του ’90– και με κάπως πιο λαϊκό (κόστος) στη συνέχεια.   

Και πού φτάσαμε; Να λέμε σήμερα, στην Ελλάδα, πως το CD έχει τελειώσει, πως δεν έχει πλέον νόημα να διαθέτει κάποιος σιντοθήκη, υποστηρίζοντας πως η συγκεκριμένη φόρμα έφαγε τα ψωμιά της, πως του χρόνου δεν θα υπάρχει και άλλα τέτοια ακατανόητα.   
Είναι αλήθεια πως το CD, επειδή αντιγραφόταν εύκολα, εμφανιζόταν συχνά στις κουβέντες και στην πράξη ως κάτι το εντελώς αναλώσιμο. Πως θα μπορούσες, δηλαδή, κι έτσι ήταν, μ’ ένα ελάχιστο ποσό να φτιάξεις κάτι παρόμοιο (από το εξώφυλλο και τα ένθετά του, μέχρι το label και το δισκάκι αυτό καθ’ αυτό). Τώρα, βέβαια, φτιάχνεις «παρόμοιο» και με το βινύλιο, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…   

Τούτο ήταν ένα ζήτημα λοιπόν, το οποίο στην πορεία το αντιλήφθηκε η βιομηχανία και προσπάθησε να το αντιμετωπίσει. Θες με το digipak, θες με τα σκληρά χαρτονένια covers, που έμοιαζαν με μικρογραφίες εξωφύλλων δίσκων βινυλίου, θες με διάφορες άλλες πατέντες, όσοι κινούσαν τα νήματα επιχείρησαν να δώσουν στο CD μιαν αυθύπαρκτη μορφή, χωρίς στην ουσία να το καταφέρουν. Κι αυτό, γιατί ο προσανατολισμός ήταν λάθος εξ αρχής.   

Αυτή η αγωνία να φανεί, εξωτερικά, το CD σαν μιαν εξέλιξη του LP παράβλεψε τα αληθινά και εγγενή πλεονεκτήματά του. Το να μπορείς, δηλαδή, να καταγράψεις σωστά και χωρίς τα ανεπιθύμητα σκρατς μια μουσική (παλιά ή καινούρια) σε όλη της την έκταση (τεχνική και χρονική), αποθηκεύοντάς την σ’ ένα μικρό μέγεθος.   Έτσι, αντί να επενδυθούν κεφάλαια στο πώς θα βελτιωνόταν ο ήχος στο CD, μέσα από μια τεχνογνωσία τα αποτελέσματα της οποίας θα μπορούσε να προσφερθούν στους μουσικόφιλους σε χαμηλή τιμή (δες τα περίφημα CD και SACD της Mobile Fidelity π.χ., που παρέμειναν, δυστυχώς, προσβάσιμα μόνο για τις βαθιές τσέπες) προτιμήθηκε το εύκολο. Περίτεχνα  εξώφυλλα (αν και χωρά συζήτηση αυτό), και από μέσα το ίδιο και απαράλλαχτο προϊόν. Δεν χρειάζεται να πω πως το ταπεινό jewel-case υπήρξε το ανυπέρβλητο CD-packaging και αυτό που έγραψε ή και-γράφει την όποια ιστορία…   

Στην Ελλάδα, βεβαίως, όλα τούτα λειτούργησαν και λειτουργούν στο περίπου ή στο καθόλου. Η χώρα μας, ως γνωστόν, έχει τους δικούς της κανόνες, τις δικές της πατέντες –κοντόφθαλμες πάντα– ικανές να φέρουν ένα πρόσκαιρο κέρδος, αδιαφορώντας συγχρόνως για τις μεσοπρόθεσμες συνέπειες των όποιων αποφάσεων και εν τέλει για το ίδιο το μέλλον. Πρόκειται για τη (μη) στρατηγική του βάλε τώρα που γυρίζει ή του ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε.     
Είδαμε λοιπόν στην Ελλάδα, πρώτα-πρώτα, μια κατάχρηση του digipak, που στόχο είχε όχι την αισθητική περιποίηση του τελικού προϊόντος (για ποιαν «αισθητική περιποίηση» συζητάμε άλλωστε, όταν το digipak φιλοξενούσε συχνά τραγούδια τού κάθε αναίσθητου;), αλλά μοναχά το κέρδος. Έτσι, όταν το digipak άρχισε να γενικεύεται, εκεί γύρω στο 2000, τα ήδη ακριβά ελληνικά CD πουλιόνταν ακόμη πιο ακριβά!   

Επίσης στην Ελλάδα –είμαι σίγουρος γι’ αυτό, παρότι δεν έχω μετρήσιμα στοιχεία– πρέπει να κόπηκαν αναλογικά τα πιο απίθανα covers. Εννοώ καλύμματα που ξέφευγαν από τις κλασικές διαστάσεις του jewel-case (ήταν μεγαλύτερα δηλαδή ή και πολύ μεγαλύτερα), με αποτέλεσμα, κατά πρώτον, να μην χωράνε στα έπιπλα (στις σιντοθήκες). Άλλος ένας λόγος για σιχτίρισμα.   Η βλακώδης μεγαλοπρέπεια τής ελληνικής σχεδίασης ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, χτύπησε κορυφή θέλω να πω, όταν κάποια στιγμή είδαμε απλά CD (κύριο προϊόν) να είναι πακεταρισμένα σε μέγεθος βιβλίου! (Δεν μιλάμε για τις περιπτώσεις όπου το βιβλίο ήταν το κύριο προϊόν και το CD η επέκτασή του). Λες και οι στίχοι ή τα όποια ψιλοκείμενα δεν θα μπορούσε να περιοριστούν στη διάσταση 14Χ12,50 του τυπικού jewel case. Δηθενιά και αρχοντοχωριατισμός σε συσκευασία μία, καθώς απώτερος στόχος, πάντα, ήταν να βρεθεί ένας τρόπος ώστε το τελικό προϊόν να βγει ακόμη πιο «τσιμπημένο». 
  
Το τελειωτικό χτύπημα για το CD ήρθε βεβαίως μέσω των premium των εφημερίδων και των περιοδικών. Κι εκεί χάθηκε η μπάλα. Αν και τα premium είναι πολύ παλιά ιστορία –υπάρχει π.χ. δισκάκι με Χατζιδάκι, που προσφερόταν δωρεάν από τα βενζινάδικα της BP στις αρχές του ’60– δεν χρειάζεται να πούμε πως στην Ελλάδα των 90s και κυρίως των 00s, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο.   
Σχεδόν όλο το κλασικό ρεπερτόριο των μεγάλων ελληνικών φωνογραφικών εταιρειών πουλήθηκε σε περιοδικά κι εφημερίδες, μια, δυο, τρεις και δεκατρείς φορές, κάτω από «διαφορετικά» κάθε φορά concepts, και μάλιστα στην πλειονότητα των περιπτώσεων σε εντελώς του ποδαριού εκδόσεις. 
  
Έτσι, μια μερίδα του κόσμου σταμάτησε να μπαίνει στα δισκάδικα (δεν είναι τυχαία τα εκατοντάδες σχετικά λουκέτα – και μάλιστα πριν την κρίση), ενώ μια άλλη εθίστηκε στο πρόχειρο και ετοιματζίδικο δισκογραφικό προϊόν, το οποίο εισέπραττε μαζί μ'... ένα-δυο κιλά χαρτί και μια σακούλα προσφορές. Να μην κάνουμε λόγο για τις ελάχιστες εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. 
  
Και κάπως έτσι φθάνουμε στο σήμερα, με τις εφημερίδες να συνεχίζουν τον υπέρ πάντων αγώνα των premium, όταν είναι σίγουρο πως η πλειονότητά τους καταλήγει πλέον στα σκουπίδια. Κανείς δεν έχει διάθεση να βάλει κανένα CD στο player (καλά-καλά δεν θέλει ούτε να το βλέπει – ούτε το CD, ούτε το player, που κι αυτό έχει παύσει από καιρό να δουλεύει) και πολύ περισσότερο ν’ αράξει στον καναπέ του για ν’ ακούσει τη χιλιοστή συλλογή με τραγούδια της «χρυσής δεκαετίας του ’60». Στο δε Μοναστηράκι; Σε παρακαλάνε να τ’ αγοράσεις έστω για ένα πενηνταράκι.   
CD ώρα μηδέν. Στην Ελλάδα όμως.   

Γιατί το CD εξακολουθεί να πουλάει σεβαστές ποσότητες κατ’ αρχάς στις «μητέρες» της ποπ κουλτούρας, στην Αμερική και την Αγγλία, που καθορίζουν εν πολλοίς και την τάση στην παγκόσμια αγορά. Πέρυσι, μόνο στην Αμερική, πουλήθηκαν 125 εκατομμύρια CD, ενώ στην Βρετανία σε άρθρο των Financial Times (Robert Cookson 6/1/2016) διαβάζουμε πως «οι πωλήσεις CD στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πιο ανθεκτικές από τα downloads» και πως «ο θάνατος του CD ηχεί σε μεγάλο βαθμό υπερβολικά». Ακόμη από το ίδιο άρθρο μαθαίνουμε πως στη Βρετανία πουλήθηκαν, μέσα στο 2015, 53,6 εκατομμύρια CD (πολύ καλύτερα από την Αμερική) και πως συγκριτικά το CD εμφάνισε το 2015 τη μικρότερη πτώση απ’ όλες τις τελευταίες χρονιές (3,7% το 2015, 8% το 2014, 12% το 2013 κ.λπ.). 
Δεν χρειάζεται να το πούμε, αλλά το λέμε, πως η βασίλισσα των CD-πωλήσεων ήταν και παραμένει η Ιαπωνία, αφού ακόμη και σήμερα το CD αντιπροσωπεύει στη χώρα πάνω από το 80% της μουσικής κατανάλωσης!   Αν έχετε λοιπόν κάποια καλή CD-συλλογή –συλλογή εννοώ, που να την φτιάξετε από την τσέπη σας και με το γούστο σας και όχι από τις πάρε-να ’χεις «προσφορές» των εφημερίδων– μην ανησυχείτε. Άμα την βαρεθείτε, ή αν βρεθείτε στην ανάγκη να την πουλήσετε (γιατί οι εποχές πλέον δεν παίζονται), δεν θα χάσετε. Όλο και κάποιος Ιάπωνας θα βρεθεί για να την αγοράσει. 


Σχόλια

21.7.2016 | 14:29 Συμφωνώ με όσα αναφέρει το άρθρο σαν αιτίες της παρακμής του CD, αλλά δεν βλέπω την παραμικρή αναφορά στη σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου: Την εμφάνιση του mp3 και όλων των άλλων downloadable ψηφιακών φορμά ήχου, σε συνδυασμό με την έλευση των αντίστοιχων players: ipod, κινητά κλπ. Το κατέβασμα ψηφιακών αρχείων, νόμιμο και παράνομο σκότωσε το CD περισσότερο από τους άλλους παράγοντες. 

21.7.2016 | 14:54 Διαφωνώ. Θεωρώ ότι το "τέλος" του CD ήρθε κυρίως λόγω της ψηφιοποίησης της μουσικής και την αδυναμία του CD να χωρέσει μεγάλο όγκο δεδομένων αφού η χωρητικότητα του είναι μόλις 700MB και 80 λεπτά μουσικής. Επίσης πλέον με την ευρεία χρήση του internet και των πολλών music streaming υπηρεσιών όπως το spotify, Apple Music, Google Play Music, Napster και αρκετών άλλων το CD θεωρείται και είναι πλέον ξεπερασμένο. Σίγουρα η γοητεία του να έχεις στα χέρια σου κάτι απτό όπως ένα μουσικό CD με το βιβλιαράκι του είναι όμορφη άλλα πλέον έχει πάψει να είναι βολική. 

21.7.2016 | 16:06 Θα συμφωνήσω ότι η εμφάνιση του .mp3 "σκότωσε" το CD. Η δυνατότητα να επιλέγεις τα τραγούδια, να φτιάχνεις τις δικές σου μουσικές λίστες, τις οποίες μεταφέρεις παντού μέσω του τηλεφώνου σου ή ενός απλού στικ που χωράει Giga, ήταν ο θάνατός του. Ο συλλέκτης, αυτός που στήνει δισκοθήκη, ναι ... θα το αγοράσει. Ο μέσος χρήστης όμως θα ακούσει μουσική από το spotify ή τη λίστα που θα στήσει με τα χεράκια του. Και, το κυριότερο, από άποψη ήχου, τώρα με το lossless (.flac) είναι καλυμμένος και ποιοτικά. Δεν φταίει το ξεπούλημα μαζί με τις φυλλάδες. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα, το πιστοποιητικό θανάτου αν θες. Δεν ήταν όμως ή αιτία. 

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

In the Army Now

Με αφορμή τα χθεσινοβραδινά γεγονότα στην Τουρκία θυμήθηκα μια μεγάλη επιτυχία του 1982 (ακούστηκε πολύ και στην χώρα μας).


Το "In the Army Now" κυκλοφόρησε το 1982 από το ντουέτο Bolland & Bolland. Πρόκειται για τα αδέρφια Rob Bolland και Ferdi Bolland που έχουν γεννηθεί στο Port Elizabeth της Νότιας Αφρικής.


Το τραγούδι γνώρισε την επιτυχία σε πολλές χώρες. Χαρακτηριστικό είναι ότι έμεινε 6 συνεχόμενες εβδομάδες στην κορυφή του Νορβηγικού chart.


Το τραγούδι διασκευάστηκε το 1986 από τους Status Quo στο ομώνυμο τους album, και έφτασε μέχρι το Νο.2 στο UK Singles Chart.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Fathers and Daughters

Χθες είδα την ταινία του 2014 "Fathers and Daughters". Είναι πολύ καλή ταινία και σας συνιστώ να την δείτε ειδικά όσοι έχετε παιδιά (και ειδικότερα όσοι έχετε κόρη ή κόρες).


Το «Fathers and Daughters» μας ξεναγεί σε μια κοινωνική ιστορία, όπου μια οικογένεια παθαίνει ένα ατύχημα και επιζούν ο πατέρας και η οκτάχρονη κόρη. Δυστυχώς μετά και από τον θάνατο της μητέρας / συζύγου τα πράγματα βαίνουν πολύ διαφορετικά. Ο πατέρας που είναι και πασίγνωστος συγγραφέας έχει μετατραυματικά σοκ ενώ προσπαθεί όσο μπορεί να μεγαλώσει την κόρη του. Το θετικό πρόσημο είναι ότι αγαπιούνται, αλλά δυστυχώς αυτό δεν είναι πάντα αρκετό.


Η ταινία έχει πολύ καλές ερμηνείες από τον "πατέρα" Russell Crowe και την "κόρη" Amanda Seyfried η οποία βέβαια είναι πανέμορφη για μια ακόμη φορά.


Εγώ θα σταθώ σε ένα τραγούδι που ακούγεται στην ταινία σε δύο συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές και που παίζει κάποιο ρόλο και στην εξέλιξη της.

Πρόκειται για το "(They Long to Be) Close to You" που είναι μια σύνθεση των Burt Bacharach και Hal David και που έγινε γνωστό κυρίως χάρη στην εκτέλεση των Carpenters.



Στην ταινία ακούγεται σε μια διαφορετική εκτέλεση (από τον Michael Bolton) την οποία μπορείτε να ακούσετε στο παρακάτω video όπως ακούγεται στο soundtrack της. Το video μάλιστα ντύνεται με κάποιες από τις χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας.