Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

To CD πέθανε;

Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο του Φώντα Τρούσα από το lifo.gr (http://www.lifo.gr/articles/music_articles/108208)
γιατί σε συνδυασμό με τα σχόλια που υπήρχαν μέχρι τη στιγμή που κάνω αυτή την ανάρτηση, νομίζω ότι "φωτογραφίζουν" ευκρινώς την κατάσταση τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.
----------------------------------------------------------------------------------

Γιατί το CD είναι πια τόσο απαξιωμένο στην Ελλάδα, ενώ αλλού ζει και βασιλεύει;



Εμείς που μεγαλώσαμε με το βινύλιο, χαιρετίσαμε το CD (εκεί στα τέλη του ’80 και τις αρχές του ’90) ως μια νέα φόρμα, που θα ερχόταν όχι για να αντικαταστήσει το αγαπημένο πλαστικό, αλλά και για να το επεκτείνει. Κατά βάση ως ένα μέσο, στο οποίο θα ήταν δυνατόν να χαραχτούν περί τα 80 λεπτά μουσικής. Αυτό ήταν πολύ βασικό.   
Απολαύσαμε, με άλλα λόγια, άλμπουμ, τα οποία μάλλον ασφυκτιούσαν στα 40-45 λεπτά (χονδρικώς), που θα μπορούσαν να αναπαραχθούν στο τυπικό long play. Άλμπουμ τζαζ, αβαντγκάρντ, ηλεκτρονικής, πειραματικής, σύγχρονης κλασικής κ.λπ. – καθώς υπάρχουν και αυτά τα είδη, εκτός από το καθημερινό ποπ/ροκ τραγούδι.   .   
Περαιτέρω –και πέραν των καινούριων ψηφιακών παραγωγών– μας δόθηκε η ευκαιρία ν’ ανακαλύψουμε εκατοντάδες μουσικά διαμάντια, που είχαν τυπωθεί στο παρελθόν σε δυσεύρετους δίσκους, ενώ, πολλές φορές, εκείνες ακριβώς οι CD-reissues συνοδεύονταν από σπάνια ή και ανέκδοτα bonus tracks, χωρίς να αναφερόμαστε στις εντελώς ανέκδοτες ηχογραφήσεις ολάκερων long plays, που είδαν για πρώτη φορά το φως στην ψηφιακή εποχή. Ακόμη… να μη μιλήσουμε για κάποια συγκλονιστικά «κουτιά», κάτι απίστευτα box-sets (συχνά ιαπωνικής προέλευσης), που δρούσαν ως τα τέλεια αφιερώματα σε μουσικές σκηνές, events, συγκροτήματα ή καλλιτέχνες.   Όλα αυτά τα προσέφερε βασικά το CD, με κάποιο σοβαρό οικονομικό κόστος είναι αλήθεια στην αρχή –κανείς δεν θα ξεχάσει τις 7 και 8 χιλιάδες δραχμές που κόστιζαν τα «εισαγωγής» στα κεντρικά δισκοπωλεία της Αθήνας στο δεύτερο μισό του ’90– και με κάπως πιο λαϊκό (κόστος) στη συνέχεια.   

Και πού φτάσαμε; Να λέμε σήμερα, στην Ελλάδα, πως το CD έχει τελειώσει, πως δεν έχει πλέον νόημα να διαθέτει κάποιος σιντοθήκη, υποστηρίζοντας πως η συγκεκριμένη φόρμα έφαγε τα ψωμιά της, πως του χρόνου δεν θα υπάρχει και άλλα τέτοια ακατανόητα.   
Είναι αλήθεια πως το CD, επειδή αντιγραφόταν εύκολα, εμφανιζόταν συχνά στις κουβέντες και στην πράξη ως κάτι το εντελώς αναλώσιμο. Πως θα μπορούσες, δηλαδή, κι έτσι ήταν, μ’ ένα ελάχιστο ποσό να φτιάξεις κάτι παρόμοιο (από το εξώφυλλο και τα ένθετά του, μέχρι το label και το δισκάκι αυτό καθ’ αυτό). Τώρα, βέβαια, φτιάχνεις «παρόμοιο» και με το βινύλιο, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…   

Τούτο ήταν ένα ζήτημα λοιπόν, το οποίο στην πορεία το αντιλήφθηκε η βιομηχανία και προσπάθησε να το αντιμετωπίσει. Θες με το digipak, θες με τα σκληρά χαρτονένια covers, που έμοιαζαν με μικρογραφίες εξωφύλλων δίσκων βινυλίου, θες με διάφορες άλλες πατέντες, όσοι κινούσαν τα νήματα επιχείρησαν να δώσουν στο CD μιαν αυθύπαρκτη μορφή, χωρίς στην ουσία να το καταφέρουν. Κι αυτό, γιατί ο προσανατολισμός ήταν λάθος εξ αρχής.   

Αυτή η αγωνία να φανεί, εξωτερικά, το CD σαν μιαν εξέλιξη του LP παράβλεψε τα αληθινά και εγγενή πλεονεκτήματά του. Το να μπορείς, δηλαδή, να καταγράψεις σωστά και χωρίς τα ανεπιθύμητα σκρατς μια μουσική (παλιά ή καινούρια) σε όλη της την έκταση (τεχνική και χρονική), αποθηκεύοντάς την σ’ ένα μικρό μέγεθος.   Έτσι, αντί να επενδυθούν κεφάλαια στο πώς θα βελτιωνόταν ο ήχος στο CD, μέσα από μια τεχνογνωσία τα αποτελέσματα της οποίας θα μπορούσε να προσφερθούν στους μουσικόφιλους σε χαμηλή τιμή (δες τα περίφημα CD και SACD της Mobile Fidelity π.χ., που παρέμειναν, δυστυχώς, προσβάσιμα μόνο για τις βαθιές τσέπες) προτιμήθηκε το εύκολο. Περίτεχνα  εξώφυλλα (αν και χωρά συζήτηση αυτό), και από μέσα το ίδιο και απαράλλαχτο προϊόν. Δεν χρειάζεται να πω πως το ταπεινό jewel-case υπήρξε το ανυπέρβλητο CD-packaging και αυτό που έγραψε ή και-γράφει την όποια ιστορία…   

Στην Ελλάδα, βεβαίως, όλα τούτα λειτούργησαν και λειτουργούν στο περίπου ή στο καθόλου. Η χώρα μας, ως γνωστόν, έχει τους δικούς της κανόνες, τις δικές της πατέντες –κοντόφθαλμες πάντα– ικανές να φέρουν ένα πρόσκαιρο κέρδος, αδιαφορώντας συγχρόνως για τις μεσοπρόθεσμες συνέπειες των όποιων αποφάσεων και εν τέλει για το ίδιο το μέλλον. Πρόκειται για τη (μη) στρατηγική του βάλε τώρα που γυρίζει ή του ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε.     
Είδαμε λοιπόν στην Ελλάδα, πρώτα-πρώτα, μια κατάχρηση του digipak, που στόχο είχε όχι την αισθητική περιποίηση του τελικού προϊόντος (για ποιαν «αισθητική περιποίηση» συζητάμε άλλωστε, όταν το digipak φιλοξενούσε συχνά τραγούδια τού κάθε αναίσθητου;), αλλά μοναχά το κέρδος. Έτσι, όταν το digipak άρχισε να γενικεύεται, εκεί γύρω στο 2000, τα ήδη ακριβά ελληνικά CD πουλιόνταν ακόμη πιο ακριβά!   

Επίσης στην Ελλάδα –είμαι σίγουρος γι’ αυτό, παρότι δεν έχω μετρήσιμα στοιχεία– πρέπει να κόπηκαν αναλογικά τα πιο απίθανα covers. Εννοώ καλύμματα που ξέφευγαν από τις κλασικές διαστάσεις του jewel-case (ήταν μεγαλύτερα δηλαδή ή και πολύ μεγαλύτερα), με αποτέλεσμα, κατά πρώτον, να μην χωράνε στα έπιπλα (στις σιντοθήκες). Άλλος ένας λόγος για σιχτίρισμα.   Η βλακώδης μεγαλοπρέπεια τής ελληνικής σχεδίασης ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, χτύπησε κορυφή θέλω να πω, όταν κάποια στιγμή είδαμε απλά CD (κύριο προϊόν) να είναι πακεταρισμένα σε μέγεθος βιβλίου! (Δεν μιλάμε για τις περιπτώσεις όπου το βιβλίο ήταν το κύριο προϊόν και το CD η επέκτασή του). Λες και οι στίχοι ή τα όποια ψιλοκείμενα δεν θα μπορούσε να περιοριστούν στη διάσταση 14Χ12,50 του τυπικού jewel case. Δηθενιά και αρχοντοχωριατισμός σε συσκευασία μία, καθώς απώτερος στόχος, πάντα, ήταν να βρεθεί ένας τρόπος ώστε το τελικό προϊόν να βγει ακόμη πιο «τσιμπημένο». 
  
Το τελειωτικό χτύπημα για το CD ήρθε βεβαίως μέσω των premium των εφημερίδων και των περιοδικών. Κι εκεί χάθηκε η μπάλα. Αν και τα premium είναι πολύ παλιά ιστορία –υπάρχει π.χ. δισκάκι με Χατζιδάκι, που προσφερόταν δωρεάν από τα βενζινάδικα της BP στις αρχές του ’60– δεν χρειάζεται να πούμε πως στην Ελλάδα των 90s και κυρίως των 00s, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο.   
Σχεδόν όλο το κλασικό ρεπερτόριο των μεγάλων ελληνικών φωνογραφικών εταιρειών πουλήθηκε σε περιοδικά κι εφημερίδες, μια, δυο, τρεις και δεκατρείς φορές, κάτω από «διαφορετικά» κάθε φορά concepts, και μάλιστα στην πλειονότητα των περιπτώσεων σε εντελώς του ποδαριού εκδόσεις. 
  
Έτσι, μια μερίδα του κόσμου σταμάτησε να μπαίνει στα δισκάδικα (δεν είναι τυχαία τα εκατοντάδες σχετικά λουκέτα – και μάλιστα πριν την κρίση), ενώ μια άλλη εθίστηκε στο πρόχειρο και ετοιματζίδικο δισκογραφικό προϊόν, το οποίο εισέπραττε μαζί μ'... ένα-δυο κιλά χαρτί και μια σακούλα προσφορές. Να μην κάνουμε λόγο για τις ελάχιστες εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. 
  
Και κάπως έτσι φθάνουμε στο σήμερα, με τις εφημερίδες να συνεχίζουν τον υπέρ πάντων αγώνα των premium, όταν είναι σίγουρο πως η πλειονότητά τους καταλήγει πλέον στα σκουπίδια. Κανείς δεν έχει διάθεση να βάλει κανένα CD στο player (καλά-καλά δεν θέλει ούτε να το βλέπει – ούτε το CD, ούτε το player, που κι αυτό έχει παύσει από καιρό να δουλεύει) και πολύ περισσότερο ν’ αράξει στον καναπέ του για ν’ ακούσει τη χιλιοστή συλλογή με τραγούδια της «χρυσής δεκαετίας του ’60». Στο δε Μοναστηράκι; Σε παρακαλάνε να τ’ αγοράσεις έστω για ένα πενηνταράκι.   
CD ώρα μηδέν. Στην Ελλάδα όμως.   

Γιατί το CD εξακολουθεί να πουλάει σεβαστές ποσότητες κατ’ αρχάς στις «μητέρες» της ποπ κουλτούρας, στην Αμερική και την Αγγλία, που καθορίζουν εν πολλοίς και την τάση στην παγκόσμια αγορά. Πέρυσι, μόνο στην Αμερική, πουλήθηκαν 125 εκατομμύρια CD, ενώ στην Βρετανία σε άρθρο των Financial Times (Robert Cookson 6/1/2016) διαβάζουμε πως «οι πωλήσεις CD στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πιο ανθεκτικές από τα downloads» και πως «ο θάνατος του CD ηχεί σε μεγάλο βαθμό υπερβολικά». Ακόμη από το ίδιο άρθρο μαθαίνουμε πως στη Βρετανία πουλήθηκαν, μέσα στο 2015, 53,6 εκατομμύρια CD (πολύ καλύτερα από την Αμερική) και πως συγκριτικά το CD εμφάνισε το 2015 τη μικρότερη πτώση απ’ όλες τις τελευταίες χρονιές (3,7% το 2015, 8% το 2014, 12% το 2013 κ.λπ.). 
Δεν χρειάζεται να το πούμε, αλλά το λέμε, πως η βασίλισσα των CD-πωλήσεων ήταν και παραμένει η Ιαπωνία, αφού ακόμη και σήμερα το CD αντιπροσωπεύει στη χώρα πάνω από το 80% της μουσικής κατανάλωσης!   Αν έχετε λοιπόν κάποια καλή CD-συλλογή –συλλογή εννοώ, που να την φτιάξετε από την τσέπη σας και με το γούστο σας και όχι από τις πάρε-να ’χεις «προσφορές» των εφημερίδων– μην ανησυχείτε. Άμα την βαρεθείτε, ή αν βρεθείτε στην ανάγκη να την πουλήσετε (γιατί οι εποχές πλέον δεν παίζονται), δεν θα χάσετε. Όλο και κάποιος Ιάπωνας θα βρεθεί για να την αγοράσει. 


Σχόλια

21.7.2016 | 14:29 Συμφωνώ με όσα αναφέρει το άρθρο σαν αιτίες της παρακμής του CD, αλλά δεν βλέπω την παραμικρή αναφορά στη σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου: Την εμφάνιση του mp3 και όλων των άλλων downloadable ψηφιακών φορμά ήχου, σε συνδυασμό με την έλευση των αντίστοιχων players: ipod, κινητά κλπ. Το κατέβασμα ψηφιακών αρχείων, νόμιμο και παράνομο σκότωσε το CD περισσότερο από τους άλλους παράγοντες. 

21.7.2016 | 14:54 Διαφωνώ. Θεωρώ ότι το "τέλος" του CD ήρθε κυρίως λόγω της ψηφιοποίησης της μουσικής και την αδυναμία του CD να χωρέσει μεγάλο όγκο δεδομένων αφού η χωρητικότητα του είναι μόλις 700MB και 80 λεπτά μουσικής. Επίσης πλέον με την ευρεία χρήση του internet και των πολλών music streaming υπηρεσιών όπως το spotify, Apple Music, Google Play Music, Napster και αρκετών άλλων το CD θεωρείται και είναι πλέον ξεπερασμένο. Σίγουρα η γοητεία του να έχεις στα χέρια σου κάτι απτό όπως ένα μουσικό CD με το βιβλιαράκι του είναι όμορφη άλλα πλέον έχει πάψει να είναι βολική. 

21.7.2016 | 16:06 Θα συμφωνήσω ότι η εμφάνιση του .mp3 "σκότωσε" το CD. Η δυνατότητα να επιλέγεις τα τραγούδια, να φτιάχνεις τις δικές σου μουσικές λίστες, τις οποίες μεταφέρεις παντού μέσω του τηλεφώνου σου ή ενός απλού στικ που χωράει Giga, ήταν ο θάνατός του. Ο συλλέκτης, αυτός που στήνει δισκοθήκη, ναι ... θα το αγοράσει. Ο μέσος χρήστης όμως θα ακούσει μουσική από το spotify ή τη λίστα που θα στήσει με τα χεράκια του. Και, το κυριότερο, από άποψη ήχου, τώρα με το lossless (.flac) είναι καλυμμένος και ποιοτικά. Δεν φταίει το ξεπούλημα μαζί με τις φυλλάδες. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα, το πιστοποιητικό θανάτου αν θες. Δεν ήταν όμως ή αιτία. 

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

In the Army Now

Με αφορμή τα χθεσινοβραδινά γεγονότα στην Τουρκία θυμήθηκα μια μεγάλη επιτυχία του 1982 (ακούστηκε πολύ και στην χώρα μας).


Το "In the Army Now" κυκλοφόρησε το 1982 από το ντουέτο Bolland & Bolland. Πρόκειται για τα αδέρφια Rob Bolland και Ferdi Bolland που έχουν γεννηθεί στο Port Elizabeth της Νότιας Αφρικής.


Το τραγούδι γνώρισε την επιτυχία σε πολλές χώρες. Χαρακτηριστικό είναι ότι έμεινε 6 συνεχόμενες εβδομάδες στην κορυφή του Νορβηγικού chart.


Το τραγούδι διασκευάστηκε το 1986 από τους Status Quo στο ομώνυμο τους album, και έφτασε μέχρι το Νο.2 στο UK Singles Chart.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Fathers and Daughters

Χθες είδα την ταινία του 2014 "Fathers and Daughters". Είναι πολύ καλή ταινία και σας συνιστώ να την δείτε ειδικά όσοι έχετε παιδιά (και ειδικότερα όσοι έχετε κόρη ή κόρες).


Το «Fathers and Daughters» μας ξεναγεί σε μια κοινωνική ιστορία, όπου μια οικογένεια παθαίνει ένα ατύχημα και επιζούν ο πατέρας και η οκτάχρονη κόρη. Δυστυχώς μετά και από τον θάνατο της μητέρας / συζύγου τα πράγματα βαίνουν πολύ διαφορετικά. Ο πατέρας που είναι και πασίγνωστος συγγραφέας έχει μετατραυματικά σοκ ενώ προσπαθεί όσο μπορεί να μεγαλώσει την κόρη του. Το θετικό πρόσημο είναι ότι αγαπιούνται, αλλά δυστυχώς αυτό δεν είναι πάντα αρκετό.


Η ταινία έχει πολύ καλές ερμηνείες από τον "πατέρα" Russell Crowe και την "κόρη" Amanda Seyfried η οποία βέβαια είναι πανέμορφη για μια ακόμη φορά.


Εγώ θα σταθώ σε ένα τραγούδι που ακούγεται στην ταινία σε δύο συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές και που παίζει κάποιο ρόλο και στην εξέλιξη της.

Πρόκειται για το "(They Long to Be) Close to You" που είναι μια σύνθεση των Burt Bacharach και Hal David και που έγινε γνωστό κυρίως χάρη στην εκτέλεση των Carpenters.



Στην ταινία ακούγεται σε μια διαφορετική εκτέλεση (από τον Michael Bolton) την οποία μπορείτε να ακούσετε στο παρακάτω video όπως ακούγεται στο soundtrack της. Το video μάλιστα ντύνεται με κάποιες από τις χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Music Treasures

Σήμερα είπα να κάνω μια λίγο διαφορετική ανάρτηση. Είπα να σας προτείνω 3 διαφορετικά τραγούδια από διαφορετικές χρονολογίες που όμως αξίζουν της προσοχής σας.


  • Ξεκινάμε με τον Bob Geldof.



Το  "The Great Song of Indifference" υπήρχε στο δεύτερο άλμπουμ του The Vegetarians of Love που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1990. 
Το άλμπουμ έφτασε μέχρι το No. 21 στο UK Albums Chart τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ενώ το single σκαρφάλωσε μέχρι το Νο. 15 του UK Singles Chart.


  • Συνεχίζουμε με τους Barclay James Harvest.



To "Life is for Living" είναι του 1981 από το άλμπουμ Turn of the Tide που είναι το δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος χωρίς τον κιμπορντίστα John Stuart Wolstenholme ο οποίος έφυγε από το συγκρότημα το 1979.


  • Για το τέλος, άφησα τον Albert Hammond.


Πρόκειται για το κομμάτι "It Never Rains in Southern California", που έγραψαν οι Albert Hammond και Mike Hazlewood, και ερμήνευσε πρώτος ο Hammond το 1972. Το τραγούδι έφτασε μέχρι το Νο. 5 του Billboard Hot 100 εκείνης της χρονιάς.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Jimmy Cliff

Ποιος καλλιτέχνης θα ήταν ο πιο κατάλληλος για μια ανάρτηση στο μέσο του καλοκαιριού; Μα ποιος άλλος από τον Jimmy Cliff τον θρύλο της reggae.


Ο Jimmy Cliff, (πραγματικό όνομα James Chambers; γεννημένος την πρωταπριλιά του 1948) είναι Τζαμαϊκανός. Παίζει πολλά όργανα και ταυτόχρονα τραγουδάει ενώ έχει κάνει και τον ηθοποιό. Είναι ο μοναδικός μουσικός που βρίσκεται εν ζωή και κατέχει το Order of Merit, την ανώτερη τιμή της Τζαμαϊκανής κυβέρνησης για τα επιτεύγματα του στον καλλιτεχνικό χώρο.


Μερικά από τα πιο γνωστά του τραγούδια είναι τα παρακάτω:
"Wonderful World, Beautiful People"
"Many Rivers to Cross"
"You Can Get It If You Really Want"
"The Harder They Come"
"Reggae Night"
"Hakuna Matata"
ενώ έχει κάνει μεγάλες επιτυχίες διασκευές όπως το "Wild World" του Cat Stevens και το "I Can See Clearly Now" του Johnny Nash. Είναι μέλος του Rock and Roll Hall of Fame από το 2010.



Από όλα του τα τραγούδια αυτό που δεν παραλείπω να ακούσω μόλις καλοκαιριάσει είναι το "Reggae Night" του 1983 από το album "The Power and the Glory". Μια λεπτομέρεια που ίσως δεν ξέρετε είναι ότι το έχουν γράψει οι Amir Bayyan και La Toya Jackson (η οποία μάλιστα το τραγούδησε και η ίδια και το συμπεριέλαβε στο album της "No Relations".

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Asia

Η σημερινή ανάρτηση είναι ιδιαίτερα συναισθηματικά φορτισμένη. Κι αυτό γιατί έχει να κάνει με ένα supergroup που γεννήθηκε το 1981 τότε ακριβώς που η ενασχόληση μου με τα μουσικά πράγματα ήταν για μένα τρόπος ζωής και νοηματοδοτούσε -μονοσήμαντα θα έλεγα- την ύπαρξη μου.

Οι Asia λοιπόν δημιουργήθηκαν από τα παρακάτω (αρχικά) μέλη: 


Το πρώτο τους album, Asia, κυκλοφόρησε το 1982 και έφτασε στην κορυφή σε αρκετές χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, κατατάσσοντας τους Asia στην κατηγορία των πιο επιτυχημένων γκρουπ του progressive rock στην ιστορία της μουσικής.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η μπάντα (με αρκετές αλλαγές στα μέλη της) συνεχίζει μέχρι και σήμερα.
Η δισκογραφία του συγκροτήματος ακολουθεί:

Ακούστε στο παρακάτω βιντεάκι δείγματα από μερικές από τις μεγάλες επιτυχίες τους:



Περισσότερα για την ιστορία του συγκροτήματος αλλά και ανακοινώσεις ή νέα που αφορούν το συγκρότημα μπορείτε να βρείτε στο site τους.

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Kacey Musgraves

Με την country δεν έχουμε ασχοληθεί αρκετά σε αυτό το blog. Βέβαια, στην Ελλάδα αν μιλήσεις σε κάποιον για την country το πιο πιθανό είναι να σε κοιτάξει τουλάχιστον περίεργα και να σε κατατάξει αυτόματα στα "χαζά" αμερικανάκια. Προφανώς και δεν είναι έτσι. Και στην country όπως και σε όλα τα είδη της μουσικής υπάρχουν διαμαντάκια που αξίζει κανείς να ψάξει και να ανακαλύψει.

Η Kacey Lee Musgraves γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου του 1988 και είχε ήδη κυκλοφορήσει με δικά της έξοδα τρία albums πριν κάνει την εμφάνιση της στον τηλεοπτικό διαγωνισμό τραγουδιού Nashville Star το 2007, όπου και κατατάχθηκε έβδομη. Την πρόσεξε ωστόσο η εταιρεία Mercury Nashville, της έκανε συμβόλαιο το 2012 και από τότε έχει κυκλοφορήσει δύο albums που πήραν πολύ καλές κριτικές το Same Trailer Different Park (2013) και το Pageant Material (2015).


 


Από τελευταίο album της ξεχώρισα το παρακάτω κομμάτι:


Ελπίζω να σας δροσίσει αυτές τις τόσο ζεστές μέρες του Ιουνίου.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Watermelon Man

Το "Watermelon Man" είναι μια σύνθεση του Herbie Hancock  που πρωτοκυκλοφόρησε το 1962 με το πρώτο του album Takin' Off .




Έχει γνωρίσει πάνω από 200 διαφορετικές ηχογραφημένες εκτελέσεις στο πέρασμα των χρόνων. Ο Κουβανός Mongo Santamaría κατάφερε να το κάνει μεγάλη επιτυχία σε μια πιο Latin pop εκτέλεση ενώ το έχουν ηχογραφήσει ονόματα όπως οι  Manfred MannBill Haley & His Comets , Gloria Lynne Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί και ως sample αρκετές φορές σε pop τραγούδια  από καλλιτέχνες όπως οι LL Cool JSmoke Some Kill , Madonna και αρκετοί άλλοι.


Με αυτό θα σας ευχηθώ καλό τριήμερο και καλές βουτιές Να προσπαθήτε να περνάτε καλά (όσο αυτό είναι δυνατό τις μέρες που ζούμε).

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

You Keep Me Hangin' On

Το "You Keep Me Hangin' On" γράφτηκε το 1966 από το τρίο Holland–Dozier–Holland.(όσοι δεν τους ξέρετε πατήστε το link για να μάθετε περισσότερα για το πως γράφτηκαν τόσα και τόσα τραγούδια της δεκαετίας του 60 που ουσιαστικά καθόρισαν αυτό που αργότερα ονομάστηκε ως "ο ήχος της Motown".



Έγινε τεράστιο hit από τις Supremes στα τέλη του 1966. Μέχρι και σήμερα έχει διασκευαστεί άπειρες φορές από καλλιτέχνες όπως την Kim Wilde, την Reba McEntire, τον Wilson Pickett, τον  Rod Stewart, τους Box Tops και πολλούς άλλους.



Εγώ θα σταθώ στην διασκευή των Vanilla Fudge οι οποίοι εμφανίστηκαν στη δισκογραφία το 1967 και το συγκεκριμένο τραγούδι υπήρχε στο πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο το όνομα τους. Το single έφτασε μέχρι το #6 του Billboard Hot 100 αν και ήταν μια "κουτσουρεμένη" έκδοση του τραγουδιού (κάτω από τα τρία λεπτά) αφού στην album version το τραγούδι είχε διάρκεια 7 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα. 



Το σημαντικό με το συγκρότημα (που διαλύθηκε το 1970) είναι ότι έχουν μείνει στην ιστορία της μουσικής ως η μπάντα που συνέδεσε την ψυχεδέλεια με αυτό που ερχόταν και δεν ήταν άλλο από το  heavy metal. Επηρέασαν με τον ήχο τους μεγάλα συγκροτήματα όπως τους Deep Purple, τους Yes, τους Styx, και τους Led Zeppelin.

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Love Yourself vs. Fuck Yourself

Λοιπόν, άκουγα προχθές τον Γιάννη Πετρίδη να αναφέρεται σε ένα τραγούδι της δεκαετίας του 60 που απαντούσε σε ένα προγενέστερο τραγούδι (της ίδιας δεκαετίας) και σήμερα που τυχαία άκουσα αυτό το τραγουδάκι είπα να σας γράψω δυο λόγια για την ιστορία του.
Όταν στα μέσα της προηγούμενης χρονιάς ο Justin Bieber κυκλοφόρησε το άλμπουμ Purpose ξετρέλανε κόσμο με το “Love Yourself'” που αφορούσε την πρώην κοπέλα του, την γνωστή και μη εξαιρετέα Selena Gomez. Με λίγα λόγια το νόημα του τραγουδιού ήταν "Get the f*ck over me because I’m over you".
Τον Μάρτιο του 2016 -αν δεν κάνω λάθος- δυο νέα παιδιά που έγιναν γνωστά μέσα από το YouTube, o Yo Preston και η Kelly Kiara διασκεύασαν το τραγούδι ως μια απάντηση της Selena Gomez στον Justin Bieber. O τίτλος του τραγουδιού έγινε “Love Yourself vs Fuck Yourself" και στους στίχους καυτηριάζουν την διάθεση του Justin για περιπετειούλες καθώς και την παθολογική ζήλια του.
Δείτε αν θέλετε και το original του Justin.


ΥΓ. Δεν πιστεύω ότι έκανα τέτοια ανάρτηση στα 47 μου :-)

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Kaleo

Οι Kaleo μας έρχονται από την Ισλανδία. 


Δημιουργήθηκαν το 2012 και έχουν κυκλοφορήσει 2 studio albums μέχρι σήμερα. 
Το Kaleo (2013) και το A/B (2016).



Το "Way Down We Go" κυκλοφόρησε ως single τον Αύγουστο του 2015.
Μου άρεσε γιατί θυμίζει κάτι από τα παλιά.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Brian Wilson

Πριν από μερικές μέρες είδα την ταινία του 2014 Love & Mercy του Bill Pohlad που αναφέρεται στη ζωή του Brian Wilson και των Beach Boys


Η ταινία με ξένισε λίγο καθώς εναλλάσσει συνεχώς τον χρόνο από το παρελθόν στο μέλλον προσπαθώντας να φωτίσει δύο περιόδους της ζωής του Brian Wilson, τη δεκαετία του 1960 και τη δεκαετία του 1980.


Το φιλμ προβλήθηκε στο Toronto International Film Festival το 2014 και κέρδισε δύο υποψηφιότητες για Golden GlobesBest Supporting Actor – Motion Picture (Paul Dano) και Best Original Song ("One Kind of Love"). 


Το ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας (τουλάχιστον για εμάς τους μουσικόφιλους) αφορά την αναφορά στον τρόπο με τον οποίο ο Wilson εμπνεύστηκε και στη συνέχεια ηχογράφησε το άλμπουμ Pet Sounds του 1966. 

Το Pet Sounds ήταν το 11ο studio album των the Beach Boys και κυκλοφόρησε στις 16 Μαϊου του 1966. Παρότι υμνήθηκε από τους κριτικούς είχε μέτρια εμπορική απήχηση στην Αμερική και θεωρείται ακόμη και σήμερα ως ένα από τα πιο επιδραστικά  άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής. Οι Beatles έχουν δηλώσει πως το συγκεκριμένο άλμπουμ υπήρξε ιδιαίτερα καθοριστικό και τους ενέπνευσε να ηχογραφήσουν το 1967 το Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band. 


Η αλήθεια είναι (και αυτό τονίζεται και στην ταινία) πως τα δύο γκρουπ έπαιζαν το παιχνίδι του ποντικού και της γάτας καθώς όταν κυκλοφόρησε από τους Beatles to Rubber Soul o Brian Wilson δήλωσε πως πρόκειται να ηχογραφήσει ‘the greatest rock album ever made!’. 

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Vinyl Jukebox

rocket vinyl prototype 2

Εάν έτυχε να ακούσετε κάποιο jukebox να παίζει κάποιο βινύλιο, είναι σίγουρα πάρα πολύ παλιό... Φέτος μια από τις λίγες εταιρείες οι οποίες φτιάχνουν χειροποίητα αναλογικά jukeboxes, η Sound Leisure, ετοιμάζει να διοχετεύσει στην αγορά το πρώτο καινούριο vinyl jukebox εδώ και 20 χρόνια, το οποίο θα ξεκινήσει να πωλείται το καλοκαίρι που μας έρχεται... 

Ο επικεφαλής της εταιρείας, δήλωσε στο BBC ότι δεν πρόκειται για ένα κομμάτι μαζικής παραγωγής. Όλα τα jukeboxes θα είναι χειροποίητα και δεν θα υπάρξουν πολλά κομμάτια που θα διοχετευτούν στην αγορά, με το μεγαλύτερο μέρος τους να είναι στην Ευρώπη... 

1463088700 syn esq 1462986261 rocket vinyl prototype

Το όνομα του νέου jukebox θα είναι"Rocket 88", βασισμένο στο ομώνυμο ροκ τραγούδι της Jackie Brenston & His Delta Cats... 

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Alvaro Soler - Sofia

Θα το βάλω κι εγώ εδώ (προφανώς το έχετε δει κι αλλού) όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά μόνο και μόνο γιατί με όλη αυτή τη μαυρίλα που μας περιβάλλει έχουμε έντονη την ανάγκη να "ξεφύγουμε". Απόλυτα καλοκαιρινό, σίγουρο hit για το καλοκαίρι του 2016.
Εγώ πάντως ήδη "ταξιδεύω". Καλό καλοκαίρι!


Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Μήπως (στο μέλλον) θα αλλάξουμε γνώμη για τα "ναρκωτικά";



H δημοφιλής ψυχοτρόπος ουσία κεταμίνη - ή «Special K» -, η οποία χρησιμοποιείται και κατά την χορήγηση αναισθησίας, φέρει αντικαταθλιπτικές ιδιότητες ταχείας δράσης. Ο μηχανισμός λειτουργίας της, ωστόσο, δεν είναι ακόμη εξακριβωμένος. Μια νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Nature Cell Biology, αναφέρει ότι η επίδραση της κεταμίνης μπορεί να μην προέρχεται από την αυτούσια οργανική ένωση, αλλά από ένα προϊόν της μεταβολικής της διάσπασης μέσα στον οργανισμό. Το όνομα αυτού: υδροξυνορκεταμίνη.


Αν τα ευρήματα αυτής της μελέτης ισχύουν και στον άνθρωπο, τότε θα μπορούσε να παρασχεθεί γρήγορη ανακούφιση σε ασθενείς που πάσχουν από μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, διχως να είναι απαραίτητο να βιώσουν το λεγόμενο "high" της ψυχοτρόπου δράσης. Το high συνοδεύεται από συναισθήματα απόσχισης από την πραγματικότητα και διαστρεβλωμένη αισθητηριακή αντίληψη με μέση διάρκεια τη μία ώρα.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που προέκυψε από τη μελέτη είναι ότι ο στόχος του μεταβολίτη δεν είναι οι υποδοχείς NMDA, αλλά οι επονομαζόμενοι AMPA, οι οποίοι μεταξύ πληθώρας άλλων μεσολαβούν στη μετάδοση μηνυμάτων μεταξύ των συνάψεων των νευρικών κυττάρων. Δεδομένης αυτής της πληροφορίας, οι επιστήμονες θα χρειαστεί να αναθεωρήσουν τη στόχευση των φαρμάκων που αναπτύσσουν, με σκοπό τις βέλτιστες προοπτικές εύρεσης αποτελεσματικής θεραπευτικής προσέγγισης. 
Η κεταμίνη είναι ένα μία από τις πολλές ουσίες που απαγορεύτηκαν στο πλαίσιο του ομολογουμένως αποτυχημένου πολέμου κατά των ναρκωτικών και πλέον επαναξιολογούνται για θεραπευτική χρήση. Στη δεύτερη φάση μια κλινικής δοκιμής που εποπτεύεται από τον FDA, οι ασθενείς με μετα-τραυματικό στρες (PTSD) ανταποκρίθηκαν καλύτερα στην ουσία MDMA [γνωστή και ως ecstasy], απ' ό,τι στη λογοθεραπεία χωρίς τη συνοδεία της. Οι ερευνητές έχουν, επίσης, πειραματιστεί με LSD και ψιλοκυβίνη, το δραστικό συστατικό που εντοπίζεται στα "μαγικά μανιτάρια", με σκοπό τη θεραπεία του άγχους σε ασθενείς με ογκολογική πάθηση τελικού σταδίου. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά.

Εξαιρετικός Χωμενίδης (για άλλη μια φορά) 

Πηγή: http://www.protagon.gr/epikairotita/ellada/gramma-se-ena-koritsi-pou-tha-apotyxei-stis-panelladikes-24696000000

--------------------------------------------

Γράμμα σε ένα κορίτσι που θα αποτύχει στις Πανελλαδικές


Το χειρότερο, όταν θα βγουν τα αποτελέσματα, δεν θα είναι η προσωπική, η δική σου τσαντίλα. Εσύ, από προχθές, που έγραψες άλλα αντ’ άλλων στην Ιστορία, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις. Το χειρότερο τότε θα ’ναι η απογοήτευση των γονιών σου. Το ελαφρώς αφ’ υψηλού βλέμμα του πατέρα σου – εκείνος, βλέπεις, είχε πετύχει με την πρώτη το 1980 στην ΑΣΟΕΕ κι ας μεγάλωσε στο χωριό, και ας μάζευε ελιές αντί να κάνει φροντιστήριο. Το παρηγορητικό χάδι της μάνας σου και οι κουβέντες της με συγγενείς και φίλους: «Το παιδί είχε μιαν ατυχία… Ναι, εννοείται πως θα ξαναδώσει…». Κι ο θείος Στέλιος να δικαιώνεται που πάντα πίστευε πως είσαι ηλίθια. Και η κολλητή της μάνας σου να ρωτάει -μες στην αδιακρισία- μήπως τυχόν είχες περίοδο εκείνη τη μοιραία μέρα και οι πόνοι δεν σε άφησαν να συγκεντρωθείς.
Το χειρότερο θα είναι οι νοεροί τους υπολογισμοί πόσα ξοδέψανε σε ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια και πόσα έχουν να πληρώνουν ακόμα. Και η πίκα τους με τον φιλόλογο που τους είχε διαβεβαιώσει πως θα πετύχαινες, ο κόσμος να χαλάσει. Νιώθουν -κι ας μην το ομολογούν ούτε στους εαυτούς τους- σαν να ποντάρανε σε λάθος άλογο. Τα ρίχνουν στον προπονητή, τα ρίχνουνε στο στάβλο -δηλαδή στο σχολείο- τα ρίχνουν στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε μες στο σπίτι αφότου η μαμά έπιασε τον μπαμπά σχεδόν στα πράσα με εκείνη τη συνάδελφό του, στους συνεχείς καβγάδες τους οι οποίοι σε αποσπούσαν απ’ το διάβασμα. Τα ρίχνουνε σε εκείνους κι εν τέλει σε εσένα…
Πώς να τους εξηγήσεις ότι και καθαρόαιμο του ιπποδρόμου να ήσουν, οι Πανελλαδικές δεν μοιάζουν με κανονική κούρσα; Έχουν τόσο παράλογους κανόνες, ώστε το μόνο που μετράει ουσιαστικά είναι να φοράς χοντρές παρωπίδες, να βάζεις το κεφάλι κάτω και να τρέχεις δίχως να σκέφτεσαι τίποτα απολύτως. Στο μάθημα της Ιστορίας, φερ’ ειπείν, οφείλεις να αποστηθίσεις καμιά τριακοσαριά σελίδες, με τα «και» και με τα κόμματα τους, ώστε το γραπτό που θα παραδώσεις να μοιάζει με φωτοτυπία του διδακτικού βιβλίου. Στην Έκθεση, πρέπει να μάθεις να υποστηρίζεις τις πιο ανόητες απόψεις, ότι το διαδίκτυο απομονώνει δήθεν τους ανθρώπους, πως τα παιδιά νιώθουν βαριά στους ώμους τους την ευθύνη για τη σωτηρία του περιβάλλοντος… Πού τους κατέβηκαν όλα ετούτα του Υπουργείου Παιδείας και των καθηγητών; Τα έχουν δει ποτέ τα παιδιά; Ή καθρεφτίζουν απλώς στα μάτια των μαθητών τη δική τους αλαζονεία; Τα είχες πει μια μέρα έξαλλη στον πατέρα σου. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», σου είχε απαντήσει εκείνος, με ένα ηττημένο μάλλον ύφος. «Μακάρι όταν εσύ μεγαλώσεις να καταφέρεις να τους αλλάξεις. Για αυτό, για να έχεις δύναμη κι επιρροή, πρέπει να μπεις στο Πανεπιστήμιο…».
Και τώρα που τα σκάτωσες στις εξετάσεις; Που τον Σεπτέμβριο ο γιος των κουμπάρων θα μετακομίσει στην Ξάνθη -έκτος, παρακαλώ, επιτυχών στο Πολυτεχνείο!- και η κόρη των Αλβανών του ισογείου θα γραφτεί, άκουσον άκουσον, στην Παιδαγωγική; Εσύ, μικρή μου αποτυχία, τι σκοπεύεις να κάνεις; Να πας στο παρακατιανό ΤΕΙ που σε έριξε η κακιά ώρα και δεν (θες να) θυμάσαι ούτε καν το όνομά του; Όχι ασφαλώς! Θα στρώσεις κάτω κώλο και θα ξαναδοκιμάσεις! Τον Μάιο του 2014, θα βγάλεις από πάνω σου το στίγμα. Θα απαλλάξεις τους καλούς γονείς σου από το μαράζι. Σε λίγα χρόνια δε, όταν θα αριστεύεις στη Σχολή και θα ετοιμάζεσαι για μεταπτυχιακά, κανείς δεν θα θυμάται πως είχες μπει με τη δεύτερη.
Τόσο καλά… Έλα όμως που και μόνο η θέα των σχολικών βιβλίων σού φέρνει πλέον αναγούλα; Που η προοπτική να ξαναμπείς απ’ το φθινόπωρο στο ίδιο μαγγανοπήγαδο -γνωστό κείμενο, άγνωστο κείμενο, γραμματικά φαινόμενα, συνώνυμα και αντώνυμα- σου φαίνεται εφιάλτης; Και έχεις από πάνω κι εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν νόημα όλα αυτά καθότι η ανεργία των νέων -και ειδικά των πτυχιούχων- καλπάζει. Εκείνους που σε προειδοποιούν ότι σε λίγα χρόνια οι μισθοί θα έχουν πέσει σε επίπεδα Βουλγαρίας -τι Βουλγαρίας; Κίνας!- κι ότι οι Έλληνες θα δουλεύουν μέχρι τα ογδόντα. «Αντί να ασχολείσαι με τις πανελλαδικές, πάλεψε για να ανατραπεί το σύστημα!», σε είχε προτρέψει ένας συμμαθητής σου με μπλουζάκι Τσε Γκεβάρα. Ο ίδιος, βέβαια, ευχόταν να απεργήσουν οι καθηγητές για να έχει στη διάθεσή του περισσότερες μέρες για διάβασμα. Πρώτος στα μαθήματα, πρώτος και στον αγώνα…
Ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, μα στην πραγματικότητα δεν χολοσκάς για τον μελλοντικό μισθό ούτε βεβαίως για τη σύνταξή σου. Είσαι δεκαοχτώ χρονών! -ότι βρίσκεται σε ορίζοντα μακρύτερο από λίγους μήνες, σου φαίνεται εξαιρετικά αβέβαιο και άρα αδιάφορο. Έλα όμως που όλοι, ακόμα και το αγόρι σου, σε καλούν να σχεδιάσεις τη ζωή σου; Να σοβαρέψεις. Να θέσεις τις βάσεις…
Θέλεις τη γνώμη μου; Μην τους ακούς! Μοναδικός λόγος να δώσεις δεύτερη φορά, στο καπάκι, Πανελλαδικές είναι να λαχταράς να μπεις σε μια συγκεκριμένη σχολή. Να ονειρεύεσαι μέσα από την καρδιά σου να γίνεις αρχιτέκτονας ή δικηγόρος ή οπτικός. Άμα κάτι τέτοιο δεν σου συμβαίνει, τότε απλώς χαλάρωσε. Εάν κατά βάθος θα ’θελες να φτιάχνεις μαλλιά ή νύχια ή ακόμα και κοκτέiλ πίσω απ’ τον πάγκο ενός μπαρ, ακολούθησε την κλίση σου. Χίλιες φορές μία ευτυχισμένη -και άρα επιτυχημένη- κομμώτρια, παρά μία γιατρός με το στανιό.
Σε πολλές χώρες του λεγόμενου «ανεπτυγμένου κόσμου», σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, θεωρείται αυτονόητο σχεδόν πως τα παιδιά -τελειώνοντας το σχολείο- θα πάρουν έναν χρόνο off, για να ταξιδέψουν, για να απασχοληθούν από εδώ κι από εκεί, για να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους και μέσα τους. Μονάχα στην Ελλάδα τα ταξίδια θεωρούνται αναψυχή πολυτελείας και οι ευκαιριακές δουλειές παρηγοριά -και ταπείνωση παράλληλα- για τον άνεργο.
Καλά, μην τρομάζεις! Δεν σου προτείνω να πας στον πατέρα σου, που του ’χουν κόψει τον μισό μισθό, και να του ζητήσεις λεφτά για να γυρίσεις τον κόσμο. Σε πληροφορώ απλώς πως όταν εγώ, το 1985, βαθμολογήθηκα με 12 στην Έκθεση κι έμεινα έξω για ένα μόριο από τη Νομική, κατέβηκα με τον τότε κολλητό μου στον Πειραιά και εκδώσαμε ναυτικά φυλλάδια. Το ότι δεν μπάρκαρα τελικά το θεωρώ προσωπική μου αποτυχία. Κι αν η δουλειά του μούτσου ή του καμαρότου παραμένει καθαρά ανδρική, σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχες ευκαιρίες για κορίτσια που δεν κωλώνουν να βγουν απ’ την πεπατημένη, να αγνοήσουν τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.
Δεν σε καλώ ντε και καλά να επαναστατήσεις. Δεν σε προτρέπω να εκβιάσεις την περιπέτεια. Σου ενημερώνω απλώς (με το δικαίωμα της πείρας που εγώ έχω, ενώ εσύ στερείσαι) πως η ζωή είναι αδιανόητα μεγάλη και εξαιρετικά απρόβλεπτη. Η τράπουλα θα μοιραστεί πολλές-πολλές φορές, οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και θα ξαναγίνουν έσχατοι. Ασφαλή σχέδια, σίγουρες επενδύσεις δεν υπάρχουν – το απέδειξε άλλωστε περίτρανα και η κρίση, η οποία μας πήρε και μας σήκωσε, από το 2009. Η μόνη, συνεπώς, πυξίδα που έχει νόημα να συμβουλεύεσαι, βρίσκεται μέσα σου. Όσοι την ακολούθησαν, ακόμα και αν έχασαν, δεν χάθηκαν. Όσοι την αγνόησαν, καταδίκασαν τους εαυτούς τους σε «επιτυχημένες» ίσως πλην σκυφτές ζωές.
Ο Ξενοφών -ο αρχαίος εκείνος συγγραφέας- μας παραδίδει την ιστορία ενός ανθρώπου που όταν τον καταδίκασαν να πιει το κώνειο, το κατέβασε άσπρο πάτο και γλείφοντας τα μουστάκια του, είπε «γεια στα χέρια σου!» στον δήμιό του. «Εκείνο γαρ κρίνω του ανδρός αγαστόν, το -του θανάτου παρεστηκότος- μήτε το φρόνιμον μήτε το παιγνιώδες απολίπειν εκ της ψυχής…». Υποκλίνεται, δηλαδή, μπροστά στον άνδρα που στην πιο δεινή του ώρα διατηρεί τόσο την ψυχραιμία, όσο και το χιούμορ του. Μια αποτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις απέχει -στο ορκίζομαι- έτη φωτός από τις δυσκολίες που σου είναι, που είναι σε όλους μας, γραφτές. Κράτα λοιπόν το κέφι σου, φίλα το σαν τα μάτια σου! Μην το ανταλλάξεις με καμία -ενήλικη δήθεν- σοβαρότητα.
Να σε κεράσω ένα παγωτό;

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών

Η ταινία «Cafe Society» του Γούντι Άλεν θα είναι η εναρκτήρια ταινία του 69ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Είναι η τρίτη φορά, που μία ταινία του αναγνωρισμένου 80άχρονου συγγραφέα και σκηνοθέτη ανοίγει το Φεστιβάλ.
Οι προηγούμενες φορές που μια ταινία του Γούντι Άλεν κήρυξαν την έναρξη του περίβλεπτου Φεστιβάλ, που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη νότια Γαλλία, ήταν το 2002, με το «Hollywood ending» (Παίζοντας στα τυφλά) και το 2011 με το «Midnight in Paris» (Μεσάνυχτα στο Παρίσι).
Το «Cafe Society», όπου πρωταγωνιστούν ο Τζέσε Άιζενμπεργκ του «The Social Network» και η Κρίστεν Στιούαρτ του «Twiight», αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού που φθάνει στο Χόλυγουντ τη δεκαετία του 1930, με την ελπίδα να εργαστεί στην κινηματογραφική βιομηχανία, ερωτεύεται και βρίσκει τον εαυτό του βυθισμένο στην κοινωνία των καφέ που καθόρισε το πνεύμα της εποχής.
Ο 70άχρονος Αυστραλός σκηνοθέτης Τζορτζ Μίλερ, γνωστός για τις ταινίες «Mad Max», θα προεδρεύσει της κριτικής επιτροπής, η οποία θα έχει μέλη τους: Βανέσα Παραντί, Βαλέρια Γκολίνο, Μαντς Μίκελσεν, Λάζλο Νέμες, Αρνό Ντεπλεσάν, Καταγιούν Σαχαμπί και Ντόναλντ Σάδερλαντ.

Παλιοί γνώριμοι του Φεστιβάλ, όπως οι αδελφοί Νταρντέν και ο Ξαβιέ Ντολάν, θα βρεθούν φέτος στις Κάννες ανάμεσα στους σκηνοθέτες, ενώ το πρόγραμμα - μεταξύ άλλων - περιλαμβάνει τις νέες ταινίες των Παρκ Τσαν - Γουκ, Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, Άντρεα Άρνολντ, Ζαν - Πιερ και Λικ Νταρντέν, Κεν Λόουτς, Ξαβιέ Ντολάν και Πέδρο Αλμοδόβαρ.
Αξίζει να αναφερθεί πως ο 63άχρονος Αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους συμμετέχει στο Φεστιβάλ με δύο ταινίες: το «Paterson», με πρωταγωνιστή τον Άνταμ Ντράιβερ - που  ερμηνεύει τον Κάιλο Ρεν στο «Star Wars» - στο Διαγωνιστικό και με το ντοκιμαντέρ «Gimme Danger», το οποίο θα προβληθεί σε μεταμεσονύχτια προβολή.
Ελληνικό χρώμα
Η τέταρτη ταινία του Έλληνα σκηνοθέτη Θάνου Αναστόπουλου σε συν - σκηνοθεσία με τον Νταβίντε Ντελ Γκαν, «Η τελευταία παραλία» (L’ Ultima Spiaggia), θα ταξιδέψει στις Κάννες για μία ειδική προβολή. Μαζί της θα είναι και η ελληνική συμπαραγωγή «Γυρίζοντας τον κόσμο» (Voir du pays) των Ντελφίν και Μυριέλ Κουλέν, στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα».
Η νέα δουλειά του Θάνου Αναστόπουλου, η οποία χρειάστηκε δύο χρόνια για να γυριστεί, είναι ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο αναφέρεται σε μια παραλία μοναδική στην Ευρώπη και τους κατοίκους της. Ένας οικείος χώρος που βρίσκεται δίπλα στην πόλη και, όμως, «μακριά» από αυτήν, χαμένος σαν νησί, ανάμεσα σε παρκαρισμένες νταλίκες, που περιμένουν να περάσουν το τελωνείο του λιμανιού, για να μπουν στην Ευρώπη. Εδώ, ο διαχωριστικός τοίχος και η θάλασσα ενώνουν και χωρίζουν, διευρύνουν τα σύνορα, τα συγχέουν και τα επανακαθορίζουν. Την ίδια στιγμή, η παραλία αυτή στην Τεργέστη αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο για τους ανθρώπους που της εμπιστεύονται ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους. Στην παραλία αυτή, ένας τοίχος τριών μέτρων χωρίζει τους άνδρες από τις γυναίκες.

Οι ταινίες
Διαγωνιστικό Τμήμα
«Toni Erdmann» της Μαρέν Αντέ
«Julieta» του Πέδρο Αλμοδόβαρ
«American Honey» της Άντρεα Άρνολντ
«The Uknown Lady» των Ζαν Πιερ και Λικ Νταρντέν
«Personal Shopper» του Ολιβιέ Ασαγιάς
«Ιt's Only the End of the World» του Ξαβιέ Ντολάν
«Ma Loute» του Μπρουνό Ντιμόντ
«Paterson» του Τζιμ Τζάρμους
«Rester Vertical» του Αλέν Γκιροντί
«Aquarius» του Κλέμπερ Μεντόνκα Φίλο
«Mal de Pierres» της Νικόλ Γκαρσία
«I, Daniel Blake» του Κεν Λόουτς
«Ma’Rosa» του Μπριγιάντε Μεντόζα
«Loving» του Τζεφ Νίκολς
«Bacalaureat» του Κριστιάν Μουντζίου
«Agassi» του Παρκ Τσαν-Γουκ
«Τhe Last Face» του Σον Πεν
«Sieranevada» του Κρίστι Πουίου
«Elle» του Πολ Βερχόφεν
«The Neon Demon» του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν


Ένα Κάποιο Βλέμμα
«Varoonegi» του Μπέχναμ Μπεζάντι
«Apprentice» του Μπου Γιουνφενγκ
«Voir Du Pays» των Ντελφίν Κουλέν και Μιριέλ Κουλέν
«La Danseuse» της Στέφανι Ντι Τζούστο
«Clash» του Μοχάμεντ Ντιαμπ
«La Tortue Rouge» του Μίκαελ Ντουμπόκ ντε Βιτ
«Fuchi Bi Tatsu» του Φουκάντα Κότζι
«Omar Shakhsiya» της Μάχα Χατζ
«Me’Ever Laharim Vehagvaot» του Έραν Κολίριν
«After The Storm» του Κόρε-Έντα Χιροκάζου
«Hymyileva Mies» του Γιούχο Κουοσμάνεν
«La Large Noche de Francisco Sanctis» των Φρανσίσκο Μαρκέζ και Άντρεα Τέστα
«Caini» του Μπόγκνταν Μιρίκα
«Pericle Il Nero» του Στέφανο Μορντίνι
«The Transfiguration» του Μάικλ Ο' Σία
«Captain Fantastic» του Ματ Ρος
«Uchenik« του Κιρίλ Σερεμπρένικοφ
Εκτός Συναγωνισμού
«The BFG» του Στίβεν Σπίλμπεργκ
«Money Monster» της Τζόντι Φόστερ
«The Nice Guys» του Σέιν Μπλακ
«Gok Sung» του Να Χονγκ-Τζιν
Ειδικές προβολές
«L’Ultima Spiaggia» των Θάνου Αναστόπουλου και Νταβίντε Ντελ Ντέγκαν
«A Chad Tragedy» του Μαχάματ-Σαλέχ Αρούν
«The Death of Louis XIV» του Άλμπερτ Σέρα
Μεταμεσονύχτιες προβολές
«Gimme Danger» του Τζιμ Τζάρμους
«The Train to Busan» του Γιον Σανγκ-Χο